ΣΕΦΕΡΗΣ: Ο ποιητης του φωτος και του σκοταδιου


Σεφέρης Γεώργιος
Γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη και πέθανε το 1971 στην Αθήνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα και από τους πρωτεργάτες της νεωτερικής στροφής στην ελληνική ποίηση.
Γραμματολογικά ανήκει στην Γενιά του ’30, μια γενιά στην οποία οι ποιητές απαλλάσσονταν σταδιακά από τα ψεύτικα ‘στολίδια’ της μέχρι τότε ποίησης και δημιουργούσαν μία νέα έκφραση, μία νέα ποίηση. Το κλίμα της παρακμής της διάλυσης και της απογοήτευσης, έρχεται να το διορθώσει και να το αλλάξει ένας άλλος, νέος κόσμος, πιο πλούσιος, πιο βαθύς και πιο υπεύθυνος.

Ο Σεφέρης σε όλη του τη ζωή πάλεψε να συμβιβάσει το χρέος του στην Υπηρεσία(διπλωμάτης και πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο) και στην έμφυτη ανάγκη του για έκφραση.  Όταν επιβλήθηκε η στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα, το 1967, αρχικά κράτησε στάση περιφρονητικής σιωπής, στη συνέχεια όμως αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά  για τη δημόσια καταδίκη του δικτατορικού καθεστώτος το 1968, η οποία μεταδόθηκε από την Ελληνική Υπηρεσία του BBC και αναμεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την «Ντόιτσε Βέλε».


Η δήλωσή του:
«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου - δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία - ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».


Διακρίσεις και το βραβείο Νόμπελ
Ο Σεφέρης τιμήθηκε αρκετές φορές για την προσφορά του και το έργο του.  Η πρώτη διάκριση που γνώρισε η ποίησή του ήρθε το 1946 με το ‘Έπαλθο Παλαμά’. 14 χρόνια αργότερα, το 1960 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του  Cambridge. To 1963 του απονεμήθηκε το Βραβείο του Νόμπελ για τη λογοτεχνία.
Το 1957 τοποθετείται ως πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο.

Δύο πράγματα είχε στο μυαλό του και τη συνείδησή του όταν δημοσίευσε τη Στροφή, είχε πει χαρακτηριστικά σε μία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Bernard Pivot (2 Νοεμβίρου 1963): Ήθελε να πει μερικά πράγματα με τρόπο απλό και πως η ποίησή του δεν θα ήταν αγαπητή.



Η προσωπικότητα των ποιητών διαμορφώνεται από γεγονότα που έχουν συμβεί και έχουν επηρεάσει τη ζωή τους, καθώς και από εκείνα που άφησαν τον απόηχο τους και ριζώθηκαν βαθιά στην ευαισθησία τους.
Η Μικρασιατική Καταστροφή, η καταστροφή της πατρίδας του της Σμύρνης, ήταν εκείνο το γεγονός που σημάδεψε τον εικοσάχρονο τότε Γεώργιο Σεφέρη και τον ακολούθησε σε ολόκληρη τη ζωή του. Εικόνες φθοράς, θανάτου και καταστροφής, αυτές έψαχνε να βρει, αυτές έψαχνε να δει και να αποτυπώσει με εξαίρετη δεξιοτεχνία στο χαρτί. Στην ποίησή του υπάρχει μία επιβλητική διάσταση βαθιάς σκέψης, εσωστρέφειας, ενός ‘σκοτεινού’ ονείρου.
Εξάλλου η μοντέρνα ποίηση χαρακτηρίζεται από ελευθερία  λόγου και  έκφρασης, στολίζεται από εικόνες, που ο κάθε μοντέρνος ποιητής προσπαθεί να βρει και ψάχνει συνεχώς και αδιαλείπτως να ανακαλύψει κάποιο ψυχικό και πνευματικό μυστικό.
Από την πρώτη έως και την τελευταία του ποιητική συλλογή ο Σεφέρης μεταφέρει όλες αυτές τις εικόνες, τις βαθιά ριζωμένες μέσα του και τις παντρεύει με το ρυθμό της ψυχικής  του αγωνίας, το ρυθμό της συγκίνησής του και τη δύναμη της υποβλητικής φωνής του.
Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη, όμως μόνο σε αυτή τη γλώσσα μπορεί η φωνή του να ακουστεί και να καταφέρει να παραμείνει καθαρή και απερίφραστη. Ωστόσο μιλάει με σταθερότητα και απλότητα, που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τον τόνο του ακόμα και εξομολογητικό.
Η ποίησή του δεν είναι διόλου χαρούμενη, αντιθέτως αποπνέει μία αίσθηση απαισιοδοξίας και μελαγχολίας. Ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και εκφράζει τη θλίψη του ανθρώπου για τα ανθρώπινα, για τη σκλαβιά που σιγοκαίει ακόμα στα σωθικά του Έλληνα.

Παρ ’όλα αυτά η ποίησή του αποπνέει μία πίστη που προφυλάσσει από την άρνηση και την απελπισία, μία αίσθηση αντίληψης και γνώσης των πραγμάτων που δεν αφήνει τον άνθρωπο να φθάσει στο έσχατο σημείο της καταστροφής και του μηδενισμού.

ΠΟΙΗΣΗ- Ποιητικές Συλλογές
Την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα την έκανε το 1931 με την ποιητική του συλλογή Στροφή. Η έκδοση της συλλογής αυτής αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για την εποχή, αλλά ωστόσο προκάλεσε και πολλές αντιδράσεις. Προσπάθησε να αναπτύξει ένα διάλογο ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία, στην μετατροπή μιας παραδοσιακής έως τότε ποίησης σε μία πιο μοντέρνα γραφή.
Η έκδοση της ποιητικής συλλογής Μυθιστόρημα, το 1935, καθιέρωσε το Σεφέρη στην συνείδηση των συγχρόνων του. Ο ίδιος ο ποιητής στην πρώτη έκδοση της συλλογής εξήγησε ετυμολογικά τον λόγο επιλογής αυτού του ‘ασυνήθιστου’ τίτλου: «Μύθος, γιατί χρησιμοποίησα αρκετά φανερά μία ορισμένη μυθολογία και Ιστορία, γιατί προσπάθησα να εκφράσω με κάποιον ειρμό, μία κατάσταση τόσο ανεξάρτητη από μένα όσο και τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος». Στο Μυθιστόρημα ο Σεφέρης χρησιμοποιεί διάφορα σύμβολα όπως το ταξίδι, οι πέτρες, οι σύντροφοι, η ταπεινή τέχνη, τα μάρμαρα, τα αγάλματα, ο Οδυσσέας κ.ά. , τα οποία διαμορφώνουν στο σύνολό της την ποιητική του μυθολογία.
Ακολούθησαν αρκετές ποιητικές συλλογές, Γυμνοπαιδία (1936), Τετράδιο Γυμνασμάτων(1940), Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’(1940) και Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ (1944 & 1945), ο λόγος του έχει αρχίσει να γίνεται πιο οικείος και γνωστός. Η Κίχλη αποτελεί το πιο αινιγματικό ποίημα του Σεφέρη, το οποίο χαρακτηρίστηκε και ως το πιο προσωπικό ποίημά του, κλειδί για όλη του την ποίηση. Άφησε τη σκέψη να περιπλανηθεί στα απόρρητα της ζωής και του θανάτου, του φωτός και του σκοταδιού. Το 1940 και το 1950 αντίστοιχα, ο Σεφέρης είχε δώσει μία ολοκληρωμένη συναγωγή των ως τότε δημοσιευμένων συλλογών του, από το 1924-46 και από το 1961, ενσωματώνοντας και τα ποιήματα για την Κύπρο.
Το 1966, έρχεται η τελευταία συλλογή του Σεφέρη με τίτλο ‘Τα Τρία Κρυφά Ποιήματα’. Πρόκειται για  μία συλλογή αποτελούμενη από  ποιήματα μικρής έκτασης, πυκνής δομής και γλώσσας και πλούσιου περιεχομένου( Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα, Επί σκηνής, Θερινό ηλιοστάσι)..Εμφανίζεται ένας Σεφέρης διαφορετικός, πιο οικείος, στοχαστικός και συνάμα λυρικός.

«Τα στριφογυρίζω, και δε βρίσκω άλλο να τα παρομοιάσω, παρά με τρία μαύρα ρόδα…»
                                                            Αντρέας Καραντώνης

Απόσπασμα ‘Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα’
Γ’ στ. 5-9
Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;
Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε
μπορεί δεν έσβησε ακόμη
με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν τριαντάφυλλο

και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού.


Απόσπασμα ‘Θερινό Ηλιοστάσι’
Θ’ στ. 1-15
Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο—
άφησε κι ας γελούν.
Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ’ αφανισμένο τούτο παρόν—
άφησέ τους.
Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής

υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

Απόσπασμα 'Επί σκηνής'
Δ' στ.11-19
Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
«Εγώ είμαι ο τόπος σου·
ίσως να μην είμαι κανείς

αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».





Θεούλη Ειρήνη- Φιλόλογος
Share on Google Plus

About erenia the

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.