Όταν οι Ιστορίες Αγάπης γράφονται....σε δικόγραφα!!!

Μέρος Πρώτο
Πώς μπορεί να αποτυπωθεί μια ανθρώπινη ιστορία σε ένα ψυχρό, λευκό χαρτί, που καλείται δικόγραφο;
Πώς μπορεί η πορεία μιας σχέσης ζωής να μεταφερθεί με ακρίβεια σε μια αγωγή ή αίτηση διαζυγίου;
Εκφράζεται με γραπτό ξύλινο αυστηρό νομικό λόγο το συναίσθημα δύο ανθρώπων, η κορύφωση του, η αλλοίωσή του και εν τέλει η κατάρρευση αυτού;
Ήταν μερικά από τα πρώτα εύλογα, θεωρώ, ερωτήματα, που απασχόλησαν κάθε  δικηγόρο, όταν το επαγγελματικό καθήκον τον κάλεσε στην αρχή της πορείας του, να θέσει με την σφραγίδα του το τέλος μιας όμορφης αρχικά και πολλά υποσχόμενης ένωσης ανθρώπων.
Η απάντηση σε αυτά και σε πολλά άλλα ερωτήματα, που, όπως καταλαβαίνετε, στριφογυρίζουν στο μυαλό μας κάθε φορά, που καλούμαστε να ¨συμβάλλουμε” στην διαχείριση του τέλους ενός γάμου, εμπεριέχεται σε ένα αξίωμα: Επιστημοσύνη και επαγγελματισμός υπό τον μανδύα του σεβασμού στον άνθρωπο και της ευαίσθητης ματιάς.
Με γνώμονα τούτο το αξίωμα, θα προσπαθήσω, στα πλαίσια, που μας επιτρέπει μια στήλη ενημέρωσης, να θέσω ένα περίγραμμα με χρονική ακολουθία, των βασικών θεμάτων και καταστάσεων, που έχουν νομικό περίβλημα και από τα οποία πηγάζουν εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρέωσεις.  
Η χρονική αφετηρία, που ο νόμος ¨επεμβαίνει” και έρχεται να ρυθμίσει τις προσωπικές και περιουσιακές των συζύγων, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων, στις περιπτώσεις ύπαρξης ανήλικων παιδιών, τοποθετείται, όταν επέλθει η λεγόμενη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Νομικά, η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, ερμηνεύεται ως η κατάσταση εκείνη, κατά την οποία, οι δύο σύζυγοι, είτε κατόπιν συναπόφασης, είτε κατόπιν βούλησης του ενός, πάψουν να συνδέονται με τα δύο στοιχεία, που απαρτίζουν την έννοια του γάμου, δηλαδή το corpus και το animus. Όταν δηλαδή, το ζευγάρι αποφασίσει, είτε, ότι θα διακόψει την συνοίκηση και ο ένας εκ των δύο θα κατοικεί πλέον σε διαφορετική στέγη, είτε, όταν, για λόγους πρακτικούς, οικονομικούς ή χάριν των παιδιών, αποφασίσουν, ότι θα εξακολουθούν μεν να συνοικούν – συγκατοικούν, χωρίς όμως να υπάρχει πλέον η ψυχική διάθεση της κοινής ζωής και συμπόρευσης.
Η πραγματική αυτή κατάσταση της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δεν ταυτίζεται με τη λύση του γάμου, ούτε οδηγεί υποχρεωτικά στην λύση του. Δεν είναι απίθανο, πλην σπάνιο, οι διαφορές των συζύγων να επιλυθούν κατά το στάδιο αυτό, με αποτέλεσμα να επανέλθει η ομαλότητα στο γάμο και η έγγαμη συμβίωση να συνεχισθεί απρόσκοπτα. Σε πρακτικό επίπεδο, ωστόσο, τις περισσότερες φορές, η διακοπή της συμβίωσης συνιστά το προστάδιο της οριστικής λύσης του γάμου, καθώς η ρύθμιση των θεμάτων, που ανακύπτουν, απαιτούν την δικαστική παρέμβαση, άρα ο κλονισμός του ήδη κλονισμένου γάμου εξαιτίας της προσφυγής στην δικαιοσύνη, ενισχύεται συνήθως ανεπανόρθωτα.
Τι πρέπει λοιπόν να ρυθμίσουμε, όταν βρεθούμε (άνδρας ή γυναίκα) στην κατάσταση αυτή;
Τι πρέπει να κάνουμε, όταν επέλθει η διάσπαση μεν, αλλά ο γάμος εξακολουθεί τύποις μόνο να ισχύει και μέχρι να λυθεί αμετάκλητα;
Ποια είναι τα δικαιώματα του κάθε συζύγου, ποιες είναι οι υποχρεώσεις του και κυρίως σε ποιες ενέργειες είναι υποχρεωμένος να προβεί, ώστε να ρυθμιστούν τα ζητήματα, που ανακύπτουν από την νέα αυτή κατάσταση, που συνήθως αποτελεί το προανάκρουσμα του οριστικού τέλους;
Θα ξεκινήσω τις απαντήσεις από το μείζον, από άποψη «αναγνωρισιμότητας, ζήτημα,  που ταυτίζεται με ένα χωρισμό και δεν είναι άλλο από αυτό της διατροφής.
Ποιος οφείλει και ποιος δικαιούται διατροφής στο στάδιο της διακοπής της συμβίωσης;
Ισχύει η εθιμική αντίληψη, ότι η διατροφή είναι πλεονέκτημα της γυναίκας a priori;
Προφανώς και όχι…
Η αρχή της ισότητας των δύο συζύγων, ισχύει από την πρώτη στιγμή της νομικής τους ένωσης έως και την τελευταία... Βάσει αυτής λοιπόν, ο νόμος καθιστά δικαιούχο διατροφής τον σύζυγο εκείνο, άνδρα ή γυναίκα, που πληροί τις εξής δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, αποδεδειγμένα είναι οικονομικά ασθενέστερος συγκριτικά με τον άλλο σύζυγο και δεύτερον διακόπτει την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, δηλαδή από γεγονός ικανό να δικαιολογήσει την διάσπαση.
Με τις δύο αυτές προϋποθέσεις και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ας πούμε, ότι ο δικαιούχος σύζυγος συνεχίζει τον βιοπορισμό του…Γεννάται όμως το ερώτημα, Που;;; Σε ποια κατοικία, στην ίδια, σε διαφορετική; Ποιος θα μείνει στο σπίτι και ποιος πρέπει να πακετάρει; Ποιος από τους μέχρι πρότινος συζύγους θα εξακολουθεί να διαμένει στην οικία που στέγαζε την έως τότε οικογένεια; Έχει σημασία η κυριότητα, δηλαδή το ποιος από τους δύο είναι ο ιδιοκτήτης της οικίας; Τι προβλέπεται, όταν η οικία ανήκει από κοινού και στους δύο ή τι προβλέπεται, όταν το σπίτι είναι μισθωμένο;
Η απάντηση σε όλα αυτά τα βασικά ερωτήματα δίνεται από το νόμο με μια σαφή και χωρίς να καταλείπει κενά και αοριστίες, διατύπωση: «το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και συντρέχουν ειδικές συνθήκες στο πρόσωπο του κάθε συζύγου, να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της οικίας στον έναν από τους δύο, ανεξάρτητα από τα όποια δικαιώματα κυριότητας. Τούτο σημαίνει και έχει καταστεί σύνηθες στην δικαστηριακή πρακτική, να αναγκάζεται να μετοικήσει από την οικογενειακή στέγη ο σύζυγος, που του ανήκει κατά κυριότητα το σπίτι, και να διαμένει με δικαστική απόφαση ο άλλος σύζυγος, επειδή, είτε είναι ο ασθενέστερος οικονομικά, είτε, επειδή διατηρεί την επιμέλεια των παιδιών, είτε, επειδή βρίσκεται πλησίον της εργασίας του κ.α.ο.
Αφού λοιπόν, ο ένας σύζυγος αποχωρήσει, γεννάται στην συνέχεια το ερώτημα, “τι θα βάλει στις αποσκευές του”; Πώς θα δημιουργήσει την νέα του εγκατάσταση; Τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο σπίτι, θα παραμείνουν σε αυτό; Στις πλείστες όσες περιπτώσεις, που ανακύπτει έντονη διαφωνία σχετικά με την χρήση των κινητών πραγμάτων, των οικιακών συσκευών, των επίπλων κλπ, ο νόμος προσπαθεί να άρει την διαφωνία αυτή με την εφαρμογή από τα Δικαστήρια του κανόνα της κυριότητας των κινητών πραγμάτων. Δηλαδή, έκαστος των συζύγων κατά κανόνα λαμβάνει τα κινητά πράγματα, που αγόρασε ο ίδιος, που του παραχωρήθηκαν ως δωρεά (δώρα) από τρίτους και που του ανήκουν εν γένει, ανεξάρτητα από τον τρόπο που τα απέκτησε.
Όλα τα παραπάνω, αποτελούν τις πρώτες βασικές κινήσεις, αναφορικά με τα πρώτα ζητήματα, που ανακύπτουν από την απόφαση δύο ανθρώπων να εγκαταλείψουν τον κοινό βίο. Όπως, όμως ήδη τονίσαμε, η ενδιάμεση αυτή κατάσταση προμηνύει την οριστική λύση του γάμου και τύποις, η οποία επέρχεται με το διαζύγιο και εξαιτίας του οποίου αναφύονται πρόσθετες διαφωνίες μεταξύ των συζύγων και οι οποίες ομοίως αίρονται από τα Δικαστήρια. Αυτές λοιπόν, καθώς και τους τρόπους επίλυσης και διευθέτησης θα περιγράψουμε στο επόμενο δεύτερο μέρος των Ιστοριών Αγάπης, που γράφονται σε δικόγραφα. 
Προς το παρόν, κλείνοντας το πρώτο μέρος και επιφυλασσόμενη για το επόμενο, θα ήθελα να επισημάνω προς τους αναγνώστες, ότι η ανάγνωση του παρόντος άρθρου ή οποιουδήποτε άλλου ανάλογου τύπου, αποτελεί πρόσβαση στην γενική και εγκυκλοπαιδική πληροφόρηση και στην γνώση, όμως  σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει και δεν μπορεί να αντικαθιστά ή να υποκαθιστά την υπεύθυνη και τεκμηριωμένη συμβουλή και κατεύθυνση, που μπορεί να δοθεί από τον φυσικό σας δικηγόρο.
ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΜΠΟΥΡΝΟΒΑ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΛΑΡΙΣΑΣ"
Share on Google Plus

About Βασιλική Ευαγγέλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου