Ο ΜΙΚΡΟΣ ΤΥΜΠΑΝΙΣΤΗΣ!!!!


Κόλλησε την παγωμένη μυτούλα του στη βιτρίνα και κοίταζε για ώρες τα διάφορα παιχνίδια που βρίσκονταν μέσα. Ώρες είχε καθίσει εκεί.
Άχνιζε το κρύσταλλο από την ανάσα του. Το σκούπιζε με το κρύο χεράκι του και πάλι εκεί. Πολλά παιχνίδια  μέσα στο κατάστημα και όλα μαγικά για τον μικρό πιτσιρικά. Τα ματάκια του περνοδιάβαιναν από το ένα στο άλλο και όλο και νόμιζε πως θα μπορέσει να απλώσει τα χεράκια του και να πάρει ένα από όλα αυτά. Πόσο πολύ τον είχαν μαγέψει;
Έβαλε τα χεράκια του στις τσέπες του και τράβηξε από μέσα μερικά μικρά, έως και τιποτένια νομίσματα. Άρχισε να τα μετρά.
 Μετρούσε, μετρούσε, αλλά το μόνο που κατάφερε να συγκεντρώσει ήταν δώδεκα  ευρώ! Τα ξαναέβαλε στην τσέπη του και χουχούλιασε τα παγωμένα του μικρά χεράκια για να μην ξυλιάσουν. Ύστερα άρχισε να σηκώνει πότε το ένα και πότε το άλλο του ποδαράκι  που και αυτά είχαν αρχίσει να τον πονούν από το παγωμένο χιόνι που πατούσαν.
 Όμως από τη βιτρίνα δεν έλεγε να φύγει. Εκεί είχε κολλήσει και δεν τον ένοιαζε ούτε το κρύο, ούτε οι άνθρωποι που τον έσπρωχναν  σε μια προσπάθεια να δουν και αυτοί πρώτα απ’ έξω και ύστερα να μπουν μέσα για να ψωνίσουν. Σε μια στιγμή άκουσε μια σκληρή φωνή.
 «Φύγε από κει, θαμπώνεις το τζάμι!»
 Φοβήθηκε, Παραμέρισε για λίγο. Και πάλι εκεί. Λοξές ματιές έριχνε μέσα. Πότε στον καταστηματάρχη, πότε στα παιχνίδια. Ένας κόσμος ολόκληρος μπροστά του! Τον λαχταρούσε. Τον ήθελε! Να πάρει στα χεράκια του το μικρό τυμπανιστή. Αυτό ήθελε. Όλο και του έκανε κόρτε. Όλο και τον προκαλούσε. Μια χρονιά ολόκληρη τον περίμενε!
 Θα τον αγόραζε! Θα τον κράταγε αγκαλίτσα και στο σπίτι του μόλις έφτανε θα έκανε πανηγύρι. Ο μικρός τυμπανιστής!
 Η μεγάλη προσμονή! Πως τον αγόρασε κιόλας νόμισε. Χάρηκε!
 Κοίταξε τα χεράκια του και ήταν άδεια. Άδεια και η καρδιά του. Όνειρο ήταν! Ο μικρός τυμπανιστής βρισκόταν ακόμα στη θέση του. Αναστέναξε! Η καρδούλα του πόνεσε.
 Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει σε χοντρές νιφάδες τώρα. Σήκωσε τα ματάκια του και κοίταξε τον ουρανό. Ασπρόμαυρος ήταν, καθώς θα συνέχιζε να χιονίζει. Από κάποια σημεία του δρόμου άκουσε  φωνές παιδιών που εξακολουθούσαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Σκέφτηκε να πάει και εκείνος. Πώς όμως θα έμπαινε στα καταστήματα που ήξερε ότι θα τον διώξουν με το χειρότερο τρόπο; «Φύγε από δω, μας τα είπαν άλλοι. Άντε... ξεκουμπίσου!»
 Αυτό δεν θα το άντεχε. «Περήφανος και ευγενικός» του είπε η μάνα του πως πρέπει να είναι. Σταμάτησε εκεί. Εκεί κολλημένος στη βιτρίνα. Τρενάκια έτρεχαν, αεροπλανάκια πετούσαν, αυτοκίνητα  έκαναν βόλτες, κούκλες για τα κορίτσια, επιτραπέζια παιχνίδια και τι να πρωτοδεί; Όμως τα ματάκια του σταμάτησαν στο αγγελάκι που έπαιζε το τύμπανο! Το λαχτάρησε!
Τον είδε και θυμήθηκε το μικρό τυμπανιστή που τον άκουγε με τον πατέρα του, πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι... «Πόσο μεγάλο είναι το ταξίδι αυτό;» είχε ρωτήσει τον πρώτο καιρό που έβλεπε τη μάνα του να κλαίει συνέχεια. «Μακριά, πολύ μακριά παιδάκι μου» είπε εκείνη και τον αγκάλιασε σφιχτά. Στο προσωπάκι του όμως  ένιωσε τα καυτά δάκρυα της και τότε κατάλαβε ότι το ταξίδι αυτό δεν ήταν καλό.
Δεν είπε τίποτε!  Δεν θέλησε να την κάνει να κλάψει πιο πολύ και κατάπιε μόνο του, μικρό παιδί, τον πόνο και τη δυστυχία.
Δεν ήταν πλούσιοι, πριν φύγει ο πατέρας του. Τίποτε όμως δεν τους έλειπε, τίποτε δεν περίσσευε. Με το μέτρο όλα, έλεγε η μάνα και εκείνος το καταλάβαινε. Και τα Χριστούγεννα είχε το δώρο από τον πατέρα του. Σαν πόσο χαιρόταν, όταν άνοιγε το κουτί και έβλεπε μέσα αυτό που η αγάπη του πατέρα είχε φέρει; Τώρα όμως που ο πατέρας έφυγε για μακρινό ταξίδι τι θα κάνει που ο μικρός τυμπανιστής είχε τρυπώσει στα κατάβαθα της ψυχής του και τον ήθελε;
Ξεκόλλησε τη μυτούλα του από τη βιτρίνα και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
Ήταν στενοχωρημένος! Μικρό παιδί βλέπεις!
Μια φωνή άψυχη τον γύρισε στην πραγματικότητα και τότε ξέχασε και τα αυτοκινητάκια και τα τρενάκια και ξέχασε ακόμη και το μικρό τυμπανιστή. Τι περίεργο! Και όμως η ξεψυχισμένη φωνή του γεράκου, του ανθρώπου σκιά του εαυτού του, τον έκανε να τα ξεχάσει όλα αυτά. Έβαλε στην τσεπούλα του το μικρό του χεράκι και μάζεψε τα λίγα ευρώ που είχε. «Πάρτα! Είναι δικά σου, να φας κάτι», ψέλλισε και έτρεξε να φύγει. Κανείς δεν ήθελε να τον δει. Κανείς από όλους αυτούς που θα άνοιγαν τα πορτοφόλια τους για να αγοράσουν ό,τι καλύτερο στα παιδιά τους. Κανείς από αυτούς που θα άνοιγαν τα γεμάτα πορτοφόλια τους και θα έκλειναν την άδεια τους  καρδιά. Ένιωθε ευτυχισμένος και χαρούμενος. Και ο μικρός τυμπανιστής  ξεχάστηκε. Τώρα θυμάται μόνο τη μορφή του γεράκου και αυτό του φτάνει!
Σήκωσε ξανά τα ματάκια του στον ουρανό. Είχε αρχίσει να ξανοίγει και κει σε μιαν άκρη τον είδε! Τον είδε να του χαμογελά. Τον είδε να του γνέφει μπράβο!
Εκεί στην άκρη του ουρανού ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ!!!

Αλίκη Οικονόμου - Γιωτάκου
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου