Ο ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



Μέρες είχαν το σπίτι στολίσει.
Αρχοντικό ήταν με θύμησες πολλές από παλιά.
Δέσποζε στην περιοχή! Το υπηρετικό προσωπικό σε απόλυτη δράση. Έτρεχαν ολημερίς για να προφτάσουν το παλάτι να στολίσουν. Όμορφο να το κάνουν. Και η κυρία, αφ’ υψηλού, επέβλεπε και φώναζε. Μόνο φώναζε και ταπείνωνε τον καθένα που δεν της έκανε αυτό που στο μυαλό της είχε.
Στην τεράστια σάλα ένα φυσικό, πανύψηλο δέντρο, τράβαγε σαν μαγνήτης τα βλέμματα όλων. ΛΠανέμορφα, περίεργα στολίδια, λαμπιόνια πολύχρωμα, κουτιά αμπαλαρισμένα με τέλειο τρόπο, ακριβά, πολυτελή, όμορφα δώρα  στο κάτω μέρος του δέντρου, συνέθεταν το όμορφο σκηνικό για το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν!
Ήταν τα δώρα που θα έδιναν στον κάθε προσκεκλημένο τους.
Δώρα με τα οποία στόχευαν να φανερώσουν για μια ακόμη φορά τον πλούτο τους.
Τι ειρωνεία! Μέσα στη φτώχια που ζωντανή περπατούσε στους δρόμους, οι βαριές βελούδινες μπορντό κουρτίνες, δεν άφηναν να φανεί τίποτε από ό,τι συνέβαινε έξω από το κλειστό σπίτι και η μουσική εμπόδιζε τον ήχο του πεινασμένου παιδιού να φτάσει ως τα αυτιά τους.
Άλλος κόσμος αυτός! Η ζωή κυλούσε όμορφα και πλούσια μόνο γι' αυτούς. Για τους άλλους δεν βαριέσαι! Τι τους ένοιαζε;
Ας τους! Ας πεινούν, ας κρυώνουν. Ας νιώθουν μονάχοι χωρίς κάποιον να τους πει ένα λόγο καλό. Μόνο ένα λόγο έστω!
Και για το δέντρο ειδικό ντεκορατέρ έφεραν. Έπρεπε το στόλισμα να διαφέρει από το στόλισμα των ομοίων τους. Έπρεπε να διαφέρουν και σ' αυτό. Ίδιοι να είναι ήταν απαράδεκτο!
Τίποτε δεν έπρεπε να λείπει από τον επιμελημένο στολισμό, τίποτε να είναι επιπλέον. Όλα στην τάξη, όλα να δημιουργούν αυτή την πανδαισία των χρωμάτων, του φωτισμού, της απόλαυσης του ωραίου. Το βράδυ των Χριστουγέννων οι καλεσμένοι έπρεπε να μείνουν έκθαμβοι από το μεγαλείο και την ωραιότητα που θα επικρατούσε σε όλο το σπίτι. Έπρεπε να νιώσουν για μια ακόμη φορά ότι η Τρόικα και τα συνεπακόλουθά της δεν τους επηρέασαν.
Έπρεπε να νιώσουν ότι στο χιλιοστό η ζωή τους δεν είχε επηρεαστεί από την κρίση που μαστίγωνε τα φτωχά ή και τα κάπως άλλοτε πλούσια σπίτια.
Αυτοί αποτελούσαν την εξαίρεση! Και έπρεπε και να το δείξουν.
Σκέψεις γεμάτες απληστία. Σκέψεις ξεδιπλωμένες άτακτα. Σκέψεις χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ!
Ένας κόσμος μυστηριώδης στήνεται γύρω τους. Δημιουργούν έναν ψεύτικο παράδεισο, γεμάτο ψεύτικες φεγγαραχτίδες, γεμάτο ψεύτικα λουλούδια, γεμάτο ψεύτικη ευτυχία.
Και προσπαθούν να χαρούν αυτό το ψεύτικο, Και προσπαθούν να ζήσουν αυτές τις ψεύτικες, γεμάτες υποκρισία συμπεριφορές.
Και το βράδυ για το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν έφτασε!
Ψεύτικο κι' αυτό, τυλιγμένο με το χρυσόφτερο της υποκρισίας.
Μπήκαν οι κυρίες με τις βαρύτιμες τουαλέτες και τις βιζόν τις κάπες, τίναξαν δήθεν ανέμελα τα χέρια τους και τα ολόχρυσα κοσμήματα στραφτάλισαν και γέμισαν τους τοίχους με σχήματα ωραία, μα ψεύτικα και αυτά, γιατί καθώς τα χέρια κουνιούνταν χάλαγαν και οι όμορφοι σχηματισμοί. Ψεύτικοι ήταν και αυτοί. Ψεύτικος όλος ο κόσμος! Kαι ο διάκοσμος ψεύτικος και αυτός.
Κάποια ψεύτικα σχόλια ενθουσιασμού ακούστηκαν, κάποιες ψεύτικες αγκαλιές και φιλιά ανταλλάχτηκαν, κάποιοι ψεύτικες παρέες σχηματίστηκαν, κάποια ψεύτικα λόγια χαράχτηκαν στα ψεύτικα χείλη τους , τα διογκωμένα από τις ενέσεις, κάποια ψεύτικα χαμόγελα διαγράφηκαν στα ψεύτικα περασμένα δόντια τους, που άστραψαν από τη γυαλάδα που και αυτή ήταν ψεύτικη!
Και γύρω στο Χριστουγεννιάτικο τεράστιο τραπέζι, με τα παντός είδους εδέσματα, εξωτικά και μη, κάθισε όλη αυτή η ψεύτικη ομήγυρη και με ψεύτικους τρόπους ευγένειας, έφαγαν και ήπιαν παλιό πανάκριβο κρασί, το μόνο αληθινό! και συζήτησαν και πάλι ψεύτικα ό,τι το ψεύτικο πνεύμα τους επέτρεπε.
Και όλα ήταν ωραία, μα όλα ήταν ψεύτικα! Καρδιές άδειες από συναίσθημα και αγάπη. Καρδιές αδειανές από συμπάθεια για ανθρώπους που τώρα πεινούν, και κρυώνουν και πονάνε και ζουν στην φτώχια και στην καταφρόνια από όλους και για όλα!
Και κάπου εκεί, κάποια στιγμή, ψεύτικη και αυτή, χτύπησε η πόρτα. Η έξω πόρτα. Και τα λυκόσκυλα γαύγισαν έτοιμα να κατασπαράξουν αυτόν που θα ανησυχούσε αυτούς που ψεύτικα νόμιζαν πως περνούσαν τις πιο γλυκές τους στιγμές.
Κάποιος ρακένδυτος, κάποιος δυστυχισμένος ολότελα, ξαναχτύπησε την πόρτα. Είδε τα φώτα και τόλμησε. Άκουσε τη μουσική και τόλμησε!
Να ζητήσει κάτι από τα περισσεύματα των κλασμάτων τους τόλμησε...
Μα κανείς δεν τον πρόσεξε! Κανείς την νηνεμία του να χάσει δεν θέλησε!
ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΗ!  Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΤΟΥΣ!
Η πόρτα δεν άνοιξε!! και τα λυκόσκυλα γαύγισαν πιο δυνατά.
Και ο κόσμος ο ψεύτικος εξακολουθούσε να διασκεδάζει.
Έτσι ψεύτικα ακόμη!
Η ψεύτικη χρυσόσκονη για τα καλά τους είχε τυλίξει. Και τίποτε δεν άκουγαν! Και τίποτε δεν έβλεπαν!
Ο ΨΕΎΤΙΚΟΣ ΚΌΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΣΥΝΕΠΑΡΕΙ!!
 Για τον αληθινό δεκάρα δεν έδιναν οι ψεύτικες καρδιές.

Αλίκη Οικονόμου-Γιωτάκου
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου