ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ. ΜΟΝΑΧΑ ΜΗ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ.


Της Έλενας Σαλιγκάρα.

Η αμφίεσή μου θυμίζει γυναίκα λίγο πριν φορέσει το παλτό της όμως η θέα από το παράθυρο μειώνει την επιθυμία μου να βγω από το σπίτι. Αισθάνομαι τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξάνονται, τα χέρια μου τρέμουν και μόνο στην ιδέα να βρεθώ εκεί έξω.
Πρέπει να βρω το θάρρος να αντιμετωπίσω τις φοβίες μου όμως οι κίνδυνοι παραμονεύουν. Νιώθω πως αν βγω από αυτή την πόρτα, θα φάνε και εμένα τα περιστέρια όπως κάνουν με τα αποφάγια κάτω στον δρόμο. Φτάνω ακόμη και στο σημείο να σκεφτώ πως στην περίπτωση που αποφασίσω να περπατήσω στο πεζοδρόμιο, θα πεθάνω από την τρομάρα μου και αυτά τα πουλιά θα κατασπαράξουν το άψυχο σώμα μου!
Το χειρότερο μου είναι ο σωρός από πεταμένα σκουπίδια πλάι του δρόμου. Η μυρωδιά που αναδίδει με ζαλίζει. Ίσως επειδή με βρήκαν δίπλα από ένα κάδο την πρώτη φορά που λιποθύμησα.
Το ρολόι στον τοίχο χτυπάει πέντε φορές. Αυτό περιμένω κάθε μέρα. Είναι η ώρα που έρχεται εκείνος.
«Πώς είσαι σήμερα;»
«Όπως κάθε μέρα, κύριε Στεργίου», απαντώ όμως θα ήθελα να τον αποκαλέσω ‘γιατρέ μου’ ή απλά ‘Αλέξανδρε’ ή ακόμη ‘Αλέξη μου’.
«Εγώ νομίζω πως δείχνεις σημάδια βελτίωσης», λέει χαμογελαστός. «Χθες κατέβηκες ως το προαύλιο της πολυκατοικίας».
«Ναι, αλλά μετά ανέβηκα τρέχοντας για να κλειστώ στο σπίτι».
«Ήταν όμως ένα σημαντικό βήμα. Δεν πειράζει, δε γίνονται όλα μεμιάς. Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ. Για να σε βοηθήσω να βγεις ξανά εκεί έξω».
Ένας Θεός ξέρει πόσο το θέλω! Όχι μόνο για μένα αλλά και για εκείνον. Να επιβεβαιώσω τις γνώσεις και τη βοήθειά του. Να καταφέρω να περπατήσω δίπλα του με άνεση χωρίς να φοβάμαι. Η μόνη μου έγνοια να είναι το μόνιμα σκεφτικό ύφος του.
Ξανακοιτώ έξω από το παράθυρο. Το βλέμμα μου τώρα πέφτει στα γκράφιτι που κάποιοι ζωγράφισαν πάνω σε σταθμευμένα φορτηγά. Κάποιο απεικονίζει ένα πρόσωπο που δείχνει να φοβάται. Σαν εμένα είναι κι αυτό. Τρομάζω ακόμη και με τα δένδρα που στέκουν εκεί απέναντι. Ανεξήγητος ο λόγος. Έπειτα ακούω ήχο από τακούνια πάνω στην άσφαλτο. Κάποια γυναίκα περνάει και μάλλον ετοιμάζεται να συναντήσει τον δεσμό της.
Ένας κόμπος έρχεται στο λαιμό. Ως πότε θα παραμείνω εσώκλειστη; Μέχρι πότε θα τρέμω να ζήσω ξανά όσα ο κόσμος θεωρεί καθημερινά;
«Τι θα έλεγες να πηγαίναμε μια βόλτα γύρω από την πολυκατοικία; Μόνο το τετράγωνο θα κάνουμε και δε θα μπούμε σε κανένα κλειστό χώρο».
«Το θέλω αλλά… αν με πιάσει πάλι κρίση πανικού;»
«Θα είμαι εγώ δίπλα σου», μου απαντά με σιγουριά και αυτό κάπως με καθησυχάζει. «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, κρίμα δεν είναι να μείνεις εδώ κλεισμένη;»
Κοιτάζω το είδωλό μου στο τζάμι. Δεν το διάλεξα τυχαία αυτό το φόρεμα. Θέλω να με βλέπει περιποιημένη ο Αλέξης.
«Εντάξει».
Κατεβαίνω σχετικά ανώδυνα τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Στον δρόμο βγαίνουμε πλάι-πλάι. Τα αυτοκίνητα που τον διασχίζουν κάνουν τόσο θόρυβο που νομίζω πως θα καταρρεύσω! Εκείνος δείχνει να καταλαβαίνει και με πιάνει από τη μέση. Νιώθω το χέρι του πάνω μου και ξεχνώ τα σκουπίδια -τα πουλιά έχουν ήδη πετάξει πριν φτάσουμε κοντά τους. Ύστερα κοιτώ τον ουρανό, έχει συννεφιά μα πίσω στο βάθος υπάρχει ένα λαμπερό γαλάζιο. Μοιάζει με την ελπίδα που τόσο έχω ανάγκη.
«Είσαι καλύτερα τώρα;»
«Ναι, σε ευχαριστώ. Μονάχα μη με αφήσεις».
Πηγή anapnoes.gr




Έλενα Σαλιγκάρα

Μου δίδαξαν τους αριθμούς μα με κέρδισαν οι λέξεις. Με αυτές παιδεύομαι, δημιουργώ και μοιράζομαι. Λατρεύω όταν τις βλέπω να μπαίνουν στη σειρά και να φτιάχνουν μια ολόκληρη ιστορία. Μια τέτοια ιστορία αποτελεί και το πρώτο μου μυθιστόρημα «Πέρα από τη γέφυρα».

Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου