Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΥ ΚΟΧΥΛΙΟΥ





Της Έλενας Σαλιγκάρα.
    Κρατούσε κάμποση ώρα ένα κοχύλι στα χέρια της. Το κοιτούσε από όλες τις πλευρές σαν να ήταν κάτι αξιοπερίεργο. Σ’ ένα σημείο μονάχα ήταν ραγισμένο. Κατά τα άλλα έδειχνε γυαλιστερό λες και το είχε μόλις ξεβράσει η θάλασσα.
Το βρήκε στο πατάρι του σπιτιού της ανάμεσα σε διάφορα παλιά αντικείμενα.
«Πόσα χρόνια είχα να το δω!» σκέφτηκε.
Το χάιδεψε προσεκτικά σαν να ήταν κάτι πολύτιμο και όσο το έβλεπε, τόσο πιο πολύ το μυαλό της ταξίδευε πίσω στις αναμνήσεις. Τότε που οι παραλίες δεν ήταν γεμάτες με ξαπλώστρες, ούτε υπήρχαν μπαράκια με δυνατή μουσική.
Με το φίλο της τον Μανώλη πήγαιναν παρέα και κάθονταν με τις ώρες πάνω στη χρυσή αμμουδιά. Τους άρεσε να χαζεύουν τα ψαροκάικα και όταν περνούσε κανένα μεγάλο πλοίο πέρα μακριά στον ορίζοντα σηκώνονταν και χαιρετούσαν νομίζοντας πως οι επιβάτες μπορούσαν να τους δουν από τόσο μεγάλη απόσταση.
  «Πού να πάνε αυτά τα καράβια;» ρωτούσε εκείνη.
«Ίσως στην Αμερική. Εκεί που θα πάω κι εγώ σύντομα».
Νόμιζε πως της έκανε πλάκα. Ήταν χωρατατζής ο Μανώλης. Γύρεψε το βλέμμα του κι όταν κατάλαβε πως το εννοούσε, σφίχτηκε το στομάχι της.
Εκείνος δε μίλησε. Ψαχούλεψε κάτι από την τσέπη του και της το έδωσε. Ήταν ένα εντυπωσιακό κοχύλι, αρκετά μεγάλο, το οποίο το κορίτσι κράτησε προσεκτικά.
«Το έβγαλα σήμερα το πρωί από τη θάλασσα. Σου αρέσει;»
Του έγνεψε θετικά. Ύστερα την παρότρυνε να το φέρει κοντά στο αυτί της για να ακούσει το βουητό του.
Η ανάμνηση θόλωσε από το άκουσμα της φωνής του συζύγου της.
«Τι κοχύλι είναι αυτό που κρατάς;»
Δεν του απάντησε. Το έφερε πάλι, όπως τότε, κοντά στο αυτί της για να ακούσει τους ψιθύρους του. Τα λόγια του Μανώλη ήρθαν πάλι στον νου της: «Κάθε φορά που θα ακούς αυτό το κοχύλι, θέλω να θυμάσαι αυτό το απόγευμα. Ο ήχος του θα γίνεται η φωνή μου και θα είναι σαν να σου μιλώ από την άλλη άκρη της γης για να σου θυμίσω την αγάπη μου και πως μια μέρα θα γυρίσω. Και τότε αν θελήσεις, πέταξέ το στη θάλασσα για να το βρει κάποιος άλλος που θα ξενιτευτεί και γυρεύει να αφήσει κάτι στην αγαπημένη του. Εσύ δε θα το χρειάζεσαι πλέον».
Τα χρόνια περνούσαν μα ο Μανώλης δεν εμφανίστηκε. Από τα λίγα που ακούγονταν στο χωριό έμαθε πως ζούσε πολύ δύσκολα. Μια μέρα τη βρήκε ο αδερφός του και της είπε πως δεν είχε χρήματα ούτε για το εισιτήριο της επιστροφής και πως ντρεπόταν πολύ. Ας ξεφορτωνόταν πια το κοχύλι, είπε. Εκείνη δεν το πέταξε ποτέ.

Πηγή anapnoes.gr














Έλενα Σαλιγκάρα
Μου δίδαξαν τους αριθμούς μα με κέρδισαν οι λέξεις. Με αυτές παιδεύομαι, δημιουργώ και μοιράζομαι. Λατρεύω όταν τις βλέπω να μπαίνουν στη σειρά και να φτιάχνουν μια ολόκληρη ιστορία. Μια τέτοια ιστορία αποτελεί και το πρώτο μου μυθιστόρημα «Πέρα από τη γέφυρα».
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου