ΝΑ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΟΥ...ΝΑ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΕΣΑΙ!


Της Μαρίας Κουσαντάκη.
Οι πασχαλιές ανθίζουν σιγά σιγά, σκορπώντας υπερήφανα τη μωβ τους απόχρωση στις μουντές μας ημέρες.
Μωβ… Πάντα αγαπούσα αυτό το χρώμα. Πάντα μου φαινόταν μαγικό, ιδιαίτερο. Αργότερα κατάλαβα πως βαθύτερα, το αγαπώ τόσο γιατί λατρεύω τους γονείς του- το κόκκινο και το μπλε. Το κόκκινο που πάθος και αγάπη κουβαλάει, μία ένταση που ενίοτε γίνεται πυρκαγιά και άλλες φορές έρωτας. Και το μπλε… Αχ το μπλε! Ουρανός, θάλασσα, του κόσμου τούτου τα στοιχεία, τόσο τα επίγεια όσο και τα ουράνια που τον συνθέτουν! Και μαζί ενώθηκαν μία μέρα, κάπου σε κάποιο δειλινό, εκεί που ο κατακόκκινος και κουρασμένος ήλιος έδινε την αγκαλιά του στη γαλάζια θάλασσα, δημιουργώντας μωβ πινελιές στην πλάση.
Το Πάσχα ήρθε, να μας θυμήσει την ύπαρξη της άνοιξης, της φύσης, της ομορφιάς.
Πάσχα…
Μία λέξη τόσο μικρή, μα μέσα μου τόσο μεγάλη.
Θαρρώ σχεδόν σε κάθε άνθρωπο φουντώνει θύμισες, μικρές ή μεγάλες.
Πιστεύοντας ή όχι, ηχεί για τον καθένα ξεχωριστές μουσικές συμφωνίες.
Πάσχα. Για μένα κρύβει μέσα του βουκολικά αποσπάσματα χαμένων φαναριών ελπίδας.
Πάσχα. Νομίζω μια καλή ευκαιρία ανασκόπησης, επαναπροσδιορισμού, εκτίμησης, συνειδητοποίησης.
Έχουμε μάθει να ζούμε μέσα στο χάος, να τρέχουμε διακαώς κυνηγώντας μέχρι και τη σκιά μας- αγγίζοντας τη ματαιοδοξία. Πολλές φορές ξεχνάμε. Τι είμαστε, τι έχουμε, τι κάνουμε. Και κυνηγάμε, κυνηγάμε. Κι όσο κυνηγάμε τόσο ξεχνάμε. Χανόμαστε. Δεν ακούμε και δε βλέπουμε.
Έχεις ακούσει ποτέ το γέλιο ενός παιδιού την ώρα που παίζει; Έχεις δει τις μικρές σχισμές που σχηματίζονται στο πρόσωπό του σα μισοφέγγαρο από την ευτυχία;
Έχεις ακούσει τη βροχή που πέφτει αργά στο χώμα και το θόρυβο που κάνει στα πεσμένα φύλλα που αναζητούν την πνοή τους;
Έχεις ακούσει το γουργούρισμα της γάτας όταν ξαπλώνει πάνω σου και σου δίνει την αντανάκλαση της αγάπης που της δίνεις;
Έχεις ακούσει τα βήματα του γείτονά σου, εκείνα τα βράδια που σαστισμένα γυρνάει σπίτι από μία δύσκολη μέρα;
Τη θάλασσα; Την παρακολούθησες ποτέ; Κοίταξες μέσα της, ανακάτεψες το βυθό της, έπιασες την ψυχή της, είδες τους θησαυρούς της; Μπόρεσες να ακούσεις πίσω από τα θορυβώδη της κύματα;  Άκουσες τη φλύαρη σοφία της, πίσω από την εκκωφαντική σιωπή της;
Άκουσες ποτέ τον ήχο από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου που σου φωνάζει να φύγεις;
Έχεις ακούσει ποτέ τα χέρια ενός αστέγου που ψάχνει τα σκουπίδια σου; Έχεις ακούσει ποτέ την ευγνωμοσύνη του σε αυτό που εσύ θεωρείς περιττό;
Στάσου λίγο. Μην τρέχεις τόσο. Προσπερνάς και χάνεσαι σαν μια σκιά στον άνεμο.
Κοίτα γύρω σου. Άκου. Παρατήρησε.
Τα λουλούδια υπερήφανα προβάρουν τα χρώματά τους για την τελική παράσταση της Άνοιξης.
Ακριβώς δίπλα, ένα παιδάκι πουλάει μερικά από αυτά τα ξεχασμένα λουλούδια στα φανάρια. Το προσπερνάς. Δεν ξέρεις την ιστορία του. Ίσως και δεδομένα θεωρούμε κάποια σενάρια.
Έχεις δει ποτέ την αντανάκλαση του ήλιου στο σκονισμένο σου πάτωμα;
Έχεις δει τη θάλασσα νωρίς το πρωί; Όταν όλοι κοιμούνται πόσο μεγαλόπρεπα εκείνη περπατάει ήρεμα στις ακρογιαλιές ψιθυρίζοντας ποιήματα και μελωδίες.
Έχεις δει εκείνο το περιστέρι στο ξεχασμένο σου παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού σου που έχει φτιάξει φωλιά για τα μικρά του;
Ο καιρός έχει ανοίξει, αποφασίζεις να πας βόλτα κάπου παραλιακά για καφέ, να απολαύσεις τον ήλιο που τόσο απλόχερα σκορπίζει παντού την αφεντιά του. Παίρνεις το Β2 από το κέντρο, μετά τα ψώνια σου κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Κάνει τέρμα στο Ελληνικό. Εκεί στο πρώην αεροδρόμιο. Ελληνικό.
Γεμάτο με νότες ανατολής.
Με μη ελληνικές νότες, χαμένες κάπου στον ήλιο μας, που αναζητούν το δικό τους ήλιο. Έχεις στρέψει ποτέ το βλέμμα σου εκεί; Θυμάσαι πριν χρόνια έκανες ταξίδια ανά τον κόσμο από εκείνο το αεροδρόμιο. Θυμάμαι κι εγώ μικρό παιδί που έβλεπα τα αεροπλάνα να περνάνε πάνω από το σπίτι μου.
Τα χαιρέταγα, νόμιζα πως με βλέπουν. Η αίγλη του ξεθώριασε. Και σήμερα, μερικά χρόνια μετά αυτό το ελληνικό αεροδρόμιο χωράει τόσα ξεθωριασμένα χαμόγελα. Όχι, δεν ήρθαν ταξίδι με αεροπλάνο. Ούτε χρησιμοποιούν το χώρο αυτό όπως ήταν κάποτε- σαν χώρο υποδοχής ανθρώπων που ταξιδεύουν. Οι σκιές τους σκεπάζουν το χώρο. Κάποτε άκουγες διάφορες γλώσσες εκεί επειδή δεχόσουν ανθρώπους από παντού στη μικρή σου πρωτεύουσα, Ελλάδα. Σήμερα, ξανά ακούς μία άλλη γλώσσα. Που όμως η χροιά της σπάει κομμάτια πεταμένα από εδώ και από εκεί. Οι ψυχές είναι ραγισμένα γυαλιά στο στοιχειωμένο σου δάπεδο.
Αν κοιτάξεις καλύτερα, όχι από τη μεριά των αμέτρητων καφετεριών της παραλίας, αλλά εκεί στο τότε αεροδρόμιο, σχεδόν θα δεις τα δάκρυα που στεγνώνουν βίαια στα πρόσωπα ανθρώπων.
Αν ακούσεις για λίγο, θα ακούσεις τις κραυγές της μάνας που το μωρό της αργοπεθαίνει, την οργή ενός άντρα που έχασε τα πάντα, τις άναρθρες κραυγές παιδιών που δεν πρόλαβαν καλά καλά να μάθουν να μιλάνε. Που απορούν, που δεν κατανοούν, που απλά ξέρουν να νιώθουν τον πόνο. Που προσπαθούν, ενίοτε ελπίζουν, κάποιες στιγμές γελούν ελπίζοντας, που παλεύουν, που μάχονται να επιβιώσουν και να κερδίσουν ζωή σε άλλο κόσμο, μακριά από βομβαρδισμούς, αίματα, αβεβαιότητα. Που προσπαθούν το τραύμα να το κάνουν λήθη.
Όμορφα ή άσχημα, μικρά ή μεγάλα, ξεχνάμε να τα δούμε, να τα ακούσουμε, να αφουγκραστούμε λεπτομερώς την ύπαρξή τους.
Πάσχα… Φέρει μέσα του τόσες μυρωδιές, τόσες εικόνες. Για άλλους πίστη, για άλλους άνοιξη, για άλλους ξεκίνημα ή κλείσιμο, για άλλους διακοπές, για άλλους δουλειά, για άλλους τίποτα.
Ό,τι κι αν είναι για τον καθένα, όσο σημαντικό ή ασήμαντο, ας ανοίξουμε λίγο περισσότερο τους πόρους της ψυχής μας. Να αφουγκραστούμε, όχι απλά να ακούσουμε. Να κοιτάξουμε, όχι απλά να δούμε. Μέσα κι έξω από εμάς. Μέσα κι έξω σε εμάς.
Μία Ανάσταση για τον καθένα, μία αφύπνιση.
Kαλή Ανάσταση σε όλους!

Πηγή anapnoes.gr
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου