ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΝΟΥΛΑ




Προσπάθησα να γράψω κάτι για τη μάνα!
Τη μάνα που σαν καιομένη λαμπάδα δίνει τα πάντα στα παιδιά της, χωρίς σκέψεις και υπολογισμούς.
Δεν τα κατάφερα καλά!
Δύσκολο έργο να μιλήσεις για κείνη που σε έφερε στον κόσμο, που σε πήρε πρώτη στην αγκαλιά της, πριν ακόμη ο γιατρός σε πλύνει, και σε έσφιξε πάνω της με πρωτόφαντη λαχτάρα και ας πονούσε ακόμη και ας μην είχε τη δύναμη να σε κρατήσει,
ύστερα από ταλαιπωρία πολλών ωρών και ημερών ακόμη τα πιο παλιά χρόνια.
Δύσκολο πράγμα να μιλήσεις και να αποδώσεις με τρόπο δυνατό ό,τι αισθάνθηκε η μάνα την ώρα που για πρώτη φορά, εσύ το μικρούτσικο πλασματάκι ,έψαξες να βρεις το στήθος της και να πάρες την πρώτη τροφή από κει.
Δύσκολο πράγμα!
Σκοτεινός ο ουρανός και βαρύς και οι δρόμου βρεγμένοι, γεμάτοι κοκκινωπά και κίτρινα φύλλα και γω παλεύω να μπορέσω να γράψω από το απόθεμα της ψυχής για τη μάνα!
Δύσκολο πράγμα!
Στέκομαι και κοιτώ τον εαυτό μου και τα φύλλα. Ο αέρας δυναμώνει, τα φύλλα χορεύουν
με ένα τρελό χορό, λες και κάνουν συντροφιά στη σκέψη μου που και αυτή χορεύει και ψάχνει λόγια για τη μάνα να πει.
Και τότε τα θυμήθηκα όλα!
Και τότε μέσα μου ήρθε σκιερή και ωραία η εικόνα της μάνας μου, έτσι δυναμική και ζωντανή και ωραία, όπως ήταν!
Και την είδα και τα θυμήθηκα όλα και τα καλά και τα άσχημα που πέρασε, μα τα προσπέρασε, με δύναμη και πίστη και ελπίδα και αγώνα πολύ.
Και τα θυμήθηκα όλα, όταν την έφερα στο νου μου την ώρα που σκουπίζοντας τα δάκρυά της συνόδευε τον πατέρα μου, που οδηγώντας ένα τζιπ, πήγαινε τη μεγάλη μου αδερφή στο νοσοκομείο στην Αθήνα για μια αρρώστια που την είχε έβρει.
Και μικρό κορίτσι εγώ τη θυμήθηκα που μπήκε στο σπίτι και άφησε να της ξεφύγει μια κραυγή δυνατή, σαν κραυγή πληγωμένου ζώου.
Και πήγα κοντά της και κάθισα στα πόδια της και κείνη μου χάιδεψε τα μαλλιά, αλλά το κλάμα της δεν το σταμάτησε.
Τα πεσμένα φύλλα εξακολουθούσαν να γεμίζουν τους δρόμους και στη μάνα μου δεν υπήρχε χαρά, δεν υπήρχε νιότη και δύναμη!
Μα σαν πέρασε λιγάκι ο καιρός η μάνα ξαναβρήκε τον εαυτό της και μας αγκάλιασε και μας χάιδεψε, έστω και αν τα χέρια της ήταν νωπά από τα βρεγμένα της μάτια.
Και μπήκε μέσα της ξανά η επιθυμία να ζήσει και να προσφέρει στα άλλα της δύο παιδιά.
Γιατί υπάρχουν πάντα οι στιγμές της απόγνωσης και του ψυχικού μαρασμού, αλλά έρχεται και η ώρα που η γρανιτένια μάνα ντύνεται και πάλι με το χιτώνα της δύναμης και του θάρρους και αποκτά την ατελείωτη αγάπη υψώνοντας τος εαυτό της πάνω από τα μέτρα τα ανθρώπινα και χάνεται εκεί από όπου ξεκίνησε, αφήνοντας την ψυχή να παίξει το δικό της το ρόλο, ρόλο νικητή για κάθε περίπτωση.
Γιατί η μάνα η καλή ξέρει πως πρέπει να αφήσει σ' αυτούς που θα την ακολουθήσουν ό,τι καλύτερο μπορεί!
Δύσκολο να γράψει κανείς για τη μάνα!
Κάπου θα την αδικήσει! Δύσκολο να γράψει γι' αυτό που αγάπησε πιο πολύ από όλα τα
πλάσματα που βρίσκονται στη γης!
Όμως κάτι νομίζω πως πέτυχα και ας είναι και φτωχό!!!!!




Αλίκη Οικονόμου - Γιωτάκου
Φιλόλογος - Συγγραφέας
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου