Ένας θόρυβος μέσα στη νύχτα


Της Έλενας Σαλιγκάρα

Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε μέσα στη νύχτα. Σαν να έσπασε κάποιο βάζο ή ένας σωρός από ποτήρια. Η Ξένια βγήκε αμέσως από το μπάνιο τυλιγμένη με μια πετσέτα ενώ ο Άλκης βρισκόταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι τους.
«Τι συμβαίνει; Έσπασες κάτι;» ρώτησε η κοπέλα ανήσυχα ενώ έμπαινε σχεδόν τρέχοντας στο υπνοδωμάτιο.
«Όχι. Είχα σχεδόν αποκοιμηθεί μόλις ακούστηκε ο θόρυβος.»
Η Ξένια -αφού ντύθηκε γρήγορα- κατευθύνθηκε στο σαλόνι κι άρχισε να ελέγχει όσα εύθραυστα αντικείμενα υπήρχαν στο σπίτι. Ύστερα πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε όλα τα ντουλάπια, μα δεν βρήκε τίποτα σπασμένο.
«Άλκη, έψαξα παντού. Δεν έγινε καμιά ζημιά».
«Μάλλον ακούστηκε από το διπλανό διαμέρισμα», είπε εκείνος χωρίς καν να ανοίξει τα μάτια του.
«Μα οι γείτονες λείπουν ταξίδι!»
«Πέσε να κοιμηθείς. Μπορεί να το φανταστήκαμε.»
«Δε γίνεται να συνέβη και στους δυο μας! Ίσως... ίσως μπήκαν κλέφτες δίπλα και πάνω στη βιασύνη τους κάτι να έσπασαν.»
Η Ξένια συνέχισε να μουρμουρίζει μα εκείνος ήδη ροχάλιζε.
«Μα είναι δυνατόν να κοιμάσαι;» φώναξε σχεδόν στο αυτί του κι ο Άλκης αναπήδησε. «Σήκω αμέσως. Πρέπει να ελέγξουμε τι γίνεται δίπλα. Ή μήπως να καλούσαμε την αστυνομία;»
Ο Άλκης με ένα ύφος μεταξύ κοιμισμένου και εκνευρισμένου ανθρώπου σηκώθηκε. Η γυναίκα του τον τράβηξε από το χέρι και μαζί βγήκαν στον διάδρομο μα δεν υπήρχε τίποτα που να πρόδιδε ανθρώπινη παρουσία. Έπειτα έστησαν αυτί έξω από την πόρτα των διπλανών μα δεν άκουσαν το παραμικρό. Έτσι, επέστρεψαν στο διαμέρισμά τους.
«Μπορεί τελικά να ακούστηκε απέξω ο θόρυβος», είπε ο Άλκης που είχε ξυπνήσει εντελώς.
«Αποκλείεται! Σίγουρα ακούστηκε μέσα από αυτό το κτήριο».
«Λοιπόν, αρκετά κάναμε τους ντετέκτιβ απόψε. Εγώ πάω να κοιμηθώ».
Η Ξένια όμως δεν είχε ύπνο. Άρχισε να στριφογυρίζει σε όλο το σπίτι καθώς σκεφτόταν κάθε πιθανή εκδοχή που να εξηγεί τον μυστηριώδη ήχο. Αφού τσέκαρε ξανά όλους τους χώρους, στο τέλος μπήκε στο δεύτερο υπνοδωμάτιο του σπιτιού που για την ώρα χρησίμευε ως γραφείο. Στον έναν τοίχο, είχε κρεμάσει ένα μεγάλο παλιό κάδρο με φωτογραφία της θείας της από την οποία είχε κληρονομήσει το σπίτι. Ήταν επιθυμία της αποθανούσας.
Στεκόταν όρθια και κοίταζε το κάδρο. Η θεία χαμογελούσε μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία φορώντας ένα λευκό φόρεμα. Ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών τη στιγμή που ο φωτογράφος την απαθανάτισε. Αχ, βρε θεία... ήσουν τόσο τρυφερή και γλυκιά γυναίκα μα παιδί δεν χάρηκες. Σου άξιζε τόσο να γίνεις μάνα.
Ήταν δακρυσμένη όταν επέστρεψε στο σαλόνι. Τράβηξε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη και ξεκίνησε να διαβάζει για να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή άκουσε έναν διακριτικό θόρυβο, σαν θρόισμα ανέμου. Σήκωσε το κεφάλι και είδε μπροστά της μια χαμογελαστή κοπέλα που φορούσε ένα υπέροχο λευκό φόρεμα. Έκανε τον γύρο του τραπεζιού σαν ανέμελο κοριτσόπουλο κι ύστερα στάθηκε μπροστά στην Ξένια ανοίγοντας τα χέρια. Θεία; Εσύ είσαι θεία μου; Η κοπέλα έγνεψε θετικά και άνοιξε περισσότερο τα χέρια της. Η Ξένια δεν περίμενε άλλο. Σηκώθηκε κι έτρεξε να την αγκαλιάσει μα όσο πλησίαζε η άλλη απομακρυνόταν. Το προηγούμενο χαμογελαστό πρόσωπο της θείας είχε δώσει τώρα τη θέση του σε μια λυπημένη έκφραση. Με μάτια που την κάρφωναν έφερε τα χέρια στην κοιλιά της. Χάιδευε το σημείο και όσο συνέχιζε το φόρεμα σκούραινε και σιγά-σιγά ολόκληρο το ρούχο της έγινε μαύρο.
«Θεία;» φώναξε η Ξένια και ευθύς αμέσως ξύπνησε.
Βρισκόταν άτσαλα ξαπλωμένη στον καναπέ ενώ το βιβλίο ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Αλαφιασμένη έτρεξε στο δωμάτιο του γραφείου. Χάζεψε ξανά την εικόνα της θείας της. Θα έπαιρνε όρκο πως το φόρεμα της ήταν εκείνο του ονείρου. Με βουρκωμένα μάτια χάιδεψε το τζάμι του κάδρου.
Το επόμενο πρωί σκέφτηκε να κάνει μια βόλτα. Ο Άλκης δεν είχε ξυπνήσει ακόμη ενώ η ίδια είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Λίγο πριν βγει από την πολυκατοικία, έπεσε πάνω στους γείτονες που από τις βαλίτσες που κρατούσαν κατάλαβε ότι μόλις είχαν επιστρέψει από το ταξίδι τους. Αμέσως θυμήθηκε τον ήχο που άκουσε το προηγούμενο βράδυ και τους ενημέρωσε.
Όταν επέστρεψε στο σπίτι, βρήκε ένα μήνυμα στο κινητό της από τη γειτόνισσα: δεν υπήρχε τίποτα σπασμένο στο σπίτι μας, Ξένια. Όλα ήταν στη θέση τους.
Δεν κατάλαβε πως πέρασε η μέρα. Καθισμένη στο γραφείο της προσπαθούσε να εργαστεί μα πότε κοίταζε τη θεία της μέσα από το κάδρο και πότε αναλογιζόταν τον ανεξήγητο θόρυβο. Όταν νύχτωσε και τα βλέφαρα της άρχισαν να βαραίνουν νωρίτερα εξαιτίας της χθεσινής αϋπνίας, πρότεινε του Άλκη να πέσουν για ύπνο.
Ξάπλωσαν αγκαλιά, είπαν καληνύχτα και έκλεισαν τα μάτια τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε ένας θόρυβος όμοιος με τον χθεσινό. Σαν κάτι να είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια. Η Ξένια πετάχτηκε από το κρεβάτι και βάλθηκε πάλι να ψάχνει όλο το σπίτι. Ο Άλκης την ακολούθησε φανερά ανήσυχος.
Ώσπου η Ξένια μπήκε στο γραφείο. Με μια πρώτη ματιά δεν είδε τίποτα μα ένιωσε κάτι να τρίζει κάτω από τις παντόφλες της. Κοίταξε χαμηλά και είδε εκατοντάδες κομμάτια από γυαλί σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά. Ήταν το τζάμι από το κάδρο της θείας.
Έβγαλε μια κραυγή που πιθανόν ακούστηκε σε όλο το τετράγωνο. Ο Άλκης είχε ήδη φτάσει δίπλα της και μαζί κοιτούσαν σαν αποχαυνωμένοι τη φωτογραφία της θείας που μαζί με την κορνίζα είχαν μείνει στη θέση τους.
«Πώς έσπασε;» ρώτησε ο Άλκης.
Η Ξένια δεν απάντησε παρά έσκυψε και έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί. Το κοίταξε με δέος.
«Άφησε το! Θα κοπείς!»
Δεν του έδωσε σημασία παρά έχωσε την παλάμη της ανάμεσα στα γυαλιά για να πιάσει ένα κομμάτι από χαρτί. Με χέρι πλέον ματωμένο το ξεδίπλωσε και άρχισε να διαβάζει.

                                                                                                                                                      10/5/2014
Αγαπημένη μου ανιψιά,
δεν ξέρω πότε θα διαβάσεις αυτό το γράμμα. Αυτό που ξέρω είναι πως ήθελα να μάθεις οπωσδήποτε αυτά που σου γράφω. Συγχώρα με που δεν σου τα είπα όσο ήμουν εν ζωή μα δεν είχα το δικαίωμα.
Πάντα είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση εμείς οι δυο. Εσύ είχες χάσει τη μανούλα σου -την αδερφή μου- κι εγώ δεν είχα παιδιά. Κατά κάποιο τρόπο συμπληρώναμε η μία την άλλη. Σαν κόρη μου σε ένιωθα.
Λίγο παραπάνω σου έγραψα ένα ψέμα. Κάποτε απέκτησα παιδί μα δεν το γνώρισες ποτέ. Ούτε κι εγώ πρόλαβα όχι μόνο να το γνωρίσω μα ούτε να το αγκαλιάσω, να το μυρίσω. Το είδα μόνο τη στιγμή που το γέννησα. Έτσι ήταν η συμφωνία.
Ήμουν νέα και πολύ ερωτευμένη με ένα παιδί της γειτονιάς μου. Καλοβαλμένη εγώ, άπορος εκείνος μα τίποτα δεν μας ένοιαζε. Μόλις αντιλήφθηκα πως ήμουν έγκυος έτρεμα από τον φόβο. Η οικογένειά μου ήταν πολύ αυστηρή. Αφού έγινε χαλασμός στο σπίτι μας, ο πατέρας μου κατέληξε σε μια λύση. Να παντρευτώ τον νεαρό της γειτονιάς μου ούτε λόγος. Δεν μπορούσε να κάνει γαμπρό του έναν τιποτένιο, έτσι είπε. Με έστειλε στη Γαλλία δήθεν για σπουδές όπου και γέννησα το κοριτσάκι μου. Είχε συμφωνήσει να το δώσει σε μια οικογένεια που δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει κι εγώ δεν θα είχα ποτέ το δικαίωμα να το πλησιάσω.
Εσύ όμως, κόρη μου, μπορείς να βρεις αυτό το κορίτσι που τώρα πια θα είναι μια ολόκληρη γυναίκα. Το ξέρω πως πάντα ήθελες να έχεις αδέρφια. Τουλάχιστον μπορείς να αποκτήσεις μια ξαδέρφη. Παρακάτω σου γράφω τα στοιχεία της οικογένειας που την υιοθέτησε. Όσα δηλαδή κατάφερα να βρω μετά τον θάνατο του πατέρα μου.

Με όλη μου την αγάπη,
η θεία σου

Πηγή βιβλίο net
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου