Φοβάμαι



«Ακόμη θυμάμαι εκείνη την έντονη μυρωδιά της σαπίλας. Μόλις είχα ανοίξει τα μάτια μου και, αντί για τον χώρο του δωματίου μου, αντίκρισα ένα σωρό από δεκάδες σκουπίδια. Βρισκόμουν ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω στο κρύο και αφιλόξενο πεζοδρόμιο, σαν κουφάρι ψόφιου ζώου. Με έκφραση αηδίας πρόσεξα μερικά ποντίκια που έτρεχαν φοβισμένα παραδίπλα. Αμέσως αναρωτήθηκα «τι κάνω εγώ εδώ; Είναι δυνατόν να κοιμήθηκα δίπλα από τους κάδους απορριμμάτων;» Έντρομη θυμήθηκα τι είχε συμβεί.

Η μέρα ήταν κάτι παραπάνω από λαμπερή και μιας και είχα πολύ καιρό να βγω έξω, αποφάσισα να κάνω έναν περίπατο. Θα ήταν πολύ ωραία ιδέα να συναντήσω και κάποιο φίλο, σκέφτηκα, να πιούμε έναν καφέ και να πούμε τα νέα μας. Δε συνάντησα όμως κανέναν. Όσα τηλεφωνήματα κι αν έκανα, όλοι τους ήταν πολύ απασχολημένοι. Δε βαριέσαι, είπα. Ο καθένας έχει τις δουλειές του, τις σκοτούρες του. Έτσι, μόνη συνέχισα τη βόλτα μου. Η μοναξιά με κύκλωσε, ένα παράπονο με πήρε. Δεν έκλαιγα όμως, δεν χρειάζεται να δεις δάκρυα για να πειστείς πως κάποιος δε νιώθει καλά.

Κοίταζα τον κόσμο που πηγαινοερχόταν και μου προκαλούσε δυσφορία. Άνθρωποι βιαστικοί, άλλοι ανέμελοι, ζευγάρια αγκαλιασμένα, παιδιά που έτρεχαν. Όλοι είχαν έναν σκοπό και έναν λόγο που κινούνταν. Εγώ δεν είχα τίποτα. Νόμιζα πως τουλάχιστον είχα τον Ανέστη όμως ακόμη κι εκείνος υπήρξε περαστικός από την αγκαλιά μου.

Άρχισα να ιδρώνω κι ας μην είχε τόση ζέστη. Σκούπισα με την παλάμη το μέτωπό μου και το μάτι μου έπεσε στο ρολόι. Τέτοια ώρα κανονικά θα ήμουν στο γραφείο ανάμεσα σε έγγραφα και τηλεφωνήματα, όμως η λέξη «περικοπές» από το στόμα του αφεντικού με επανέφερε στην πραγματικότητα. Η καρδιά μου κόντευε να πεταχτεί έξω από το στήθος. Ένιωθα το οξυγόνο να χάνεται, το κορμί μου να λυγίζει. Τρόμαξα. Σκέφτηκα πως μάλλον ως εδώ ήταν, ήρθε το τέλος μου. Με όση δύναμη είχα, τάχυνα το βήμα μου και χωρίς να το συνειδητοποιήσω, βρέθηκα σε ένα δρομάκι που ήταν αδιέξοδος. Αισθάνθηκα εγκλωβισμένη, σαν κάποιος να μου έκλεινε τον δρόμο. Οι ανάσες μου βαριές -με έριχναν σε μια ανείπωτη κατάσταση. Ύστερα σκοτάδι.

Ήμουν πολλές ώρες πεσμένη εκεί κι όταν επιτέλους συνήλθα, θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια τι είχε συμβεί. Δεν μου είχε τύχει ξανά τέτοιο περιστατικό. Ευχαρίστησα τον Θεό που ήμουν ακόμη ζωντανή. Ίσιωσα τα ρούχα μου και έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να κλειστώ στο διαμέρισμά μου. Εκεί επιτέλους ένιωσα ασφάλεια. Έκανα ένα μπάνιο για να διώξω από πάνω μου όλη τη βρώμα που πότισε το δέρμα μου κι αισθάνθηκα πολύ καλύτερα. Αυτό μέχρι να έρθουν οι επόμενες σκέψεις. Μετά λύπης συνειδητοποίησα πως όση ώρα έμεινα ξαπλωμένη στον δρόμο κανείς δε νοιάστηκε, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να με βοηθήσει. Αηδίασα ακόμη περισσότερο κι από ό,τι με τα σκουπίδια.

Κι από τότε είμαι εδώ. Κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους. Αδύναμη ακόμη και να μυρίσω τον καθαρό αέρα. Φοβάμαι τα πάντα. Γι' αυτό σας κάλεσα». Εκείνος είχε αφήσει το σημειωματάριό του στο τραπεζάκι εδώ και ώρα. Απέμεινε για λίγο ακόμη να την κοιτάζει πίσω από τα γυαλιά του σαν να περίμενε να συνεχίσει. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο εύθραυστη.

«Τώρα είμαι εγώ εδώ. Δε χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα».

 Έλενα Σαλιγκάρα

Πηγή tovivlio.net

Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου