20.000 παιχνίδια σε ένα καταπληκτικό μουσείο!


Δεν υπάρχει περαστικός που δεν έχει παρατηρήσει τον πύργο στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στο ύψος του Φαλήρου, ένα εκλεκτικιστικό κτήριο του τέλους του 19ου αιώνα. Παραπέμπει σε παραμύθι, χτίστηκε μεταξύ 1897-1900 και η αρχιτεκτονική του μορφολογία περιέχει κυρίως στοιχεία γοτθικού ρυθμού με αναφορές στον Ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, αλλά και στοιχεία μπαρόκ και art nouveau στις εσωτερικές οροφογραφίες και τοιχογραφίες.


H ιστορία ενός ξεχωριστού κτιρίου

Το Μέγαρο, που σήμερα στεγάζει το Μουσείο Παιχνιδιών, κτίστηκε την περίοδο 1897 έως 1900 από τον Σπύρο Δεσπόζιτο, έναν επιχειρηματία μεταλλείων, ο οποίος όμως το κατοίκησε μόνο για 6 χρόνια.

Έτσι από το 1906 έως το 1923 το κτήριο νοικιάστηκε από το γιατρό Γεώργιο Μηλιαρέση ο οποίος το χρησιμοποίησε ως υδροθεραπευτήριο και ιδιωτική κλινική, που απευθυνόταν σε μέλη της υψηλής αστικής κοινωνίας της εποχής.

Μετά το θάνατο του Δεσπόζιτου το 1911, το κτήριο αγοράστηκε από τον Υδραίο εφοπλιστή και ευεργέτη, Αθανάσιο Κουλούρα.

Ο Κουλούρας εγκαταστάθηκε στην έπαυλη το 1923, μαζί με την άρρωστη γυναίκα του Ελένη και τη Βέρα Καλογερά, η οποία είχε αναλάβει τη φροντίδα της.

Η Ελένη Κουλούρα πέθανε το 1929, και έναν χρόνο μετά, ο Κουλούρας παντρεύτηκε τη Βέρα. Μετά το θάνατό του το 1953, η ιδιοκτησία της έπαυλης πέρασε σε εκείνη. Την κατοίκησε μέχρι το θάνατό της το 1979, ήδη όμως από το 1976, ακολουθώντας την επιθυμία του συζύγου της, δώρισε το κτήριο στο Μουσείο Μπενάκη με σκοπό να μετατραπεί σε μουσείο.


Η αρχιτεκτονική του κτιρίου

Το κτήριο, έχει ανάμικτες επιρροές από διάφορους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, κυρίως της δυτικής και βόρειας Ευρώπης και μιμείται οχυρωμένο ανάκτορο σε μικρή κλίμακα.

Οι κύριες όψεις είναι από εμφανή πολυγωνική λιθοδομή και λαξευτούς ορθογωνικούς γωνιόλιθους. Από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι οι πύργοι με τις επάλξεις, τα εξέχοντα γείσα, η δίχρωμη διακοσμητική ταινία και το διπλό εξωτερικό μαρμάρινο κλιμακοστάσιο. Εσωτερικά, το δάπεδο από ένθετα πολύχρωμα κεραμικά πλακίδια ευρωπαϊκής προελεύσεως, το τζάκι από κόκκινο μάρμαρο και οι τοιχογραφίες, δίνουν την αίσθηση που είχε μία μεγαλοαστική έπαυλη της περιόδου.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα σε ποιον αρχιτέκτονα, Έλληνα ή ξένο, ανέθεσε ο Σπύρος Δεσπόζιτος το σχεδιασμό της έπαυλης. Η μορφολογία της όψης, έχει πολλά κοινά στοιχεία με εξοχικές επαύλεις που σχεδίασε και επέβλεψε ο Ernst Ziller. Αντίστοιχης τυπολογίας κτίρια σχεδίασε όμως και ο Έλληνας αρχιτέκτονας Αναστάσιος Μεταξάς.

Το αρχικό κτήριο που έκτισε ο Δεσπόζιτος ήταν διώροφο με ημιυπόγειο και περιβαλλόταν από περιφραγμένο κήπο. Ένας φαρδύς δρόμος το χώριζε από την ακτή.

Το ισόγειο του κτηρίου είχε έναν κεντρικό άξονα κυκλοφορίας με κύρια είσοδο από τη δυτική μαρμάρινη σκάλα που, μέσω ενός ανοιχτού προστώου, οδηγούσε στο κεντρικό δωμάτιο υποδοχής. Δεξιά και αριστερά από αυτόν τον άξονα αναπτύσσονταν μεγάλα δωμάτια. Το υπόγειο καταλάμβαναν οι βοηθητικοί χώροι. Η ύπαρξη υπόγειου θολωτού τούνελ με πηγάδι, το οποίο ξεκινά από το υπόγειο και καταλήγει στον κήπο, πρέπει να είναι επίσης στοιχείο της πρώτης κατασκευαστικής φάσης του κτηρίου.


Η αγορά του κτηρίου από τον Κουλούρα συνοδεύτηκε από αλλαγές με κυριότερη την προσθήκη δύο δωματίων στην ανώτερη στάθμη του κτηρίου. Οι επεμβάσεις αυτές έγιναν με απόλυτο σεβασμό στο κτήριο και σήμερα είναι ελάχιστα ορατές. Ο Κουλούρας εγκατέστησε επίσης αναβατόριο μεταξύ υπογείου και ισογείου, για την εξυπηρέτηση της τραπεζαρίας, τοποθέτησε καλοριφέρ με καυστήρα πετρελαίου και μετέτρεψε το υπόγειο τούνελ σε καταφύγιο. Οι δύο μεταλλικές μπουκαπόρτες με το κυκλικό «μάτι» που ασφαλίζουν ακόμα και σήμερα αυτό, και στα δύο άκρα του, πρέπει να χρονολογούνται από εκείνη την εποχή. Στον όροφο σώζεται έως σήμερα και το εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο, που προέρχεται από το τελευταίο πλοίο του αδελφού του ιδιοκτήτη, Γκίκα Κουλούρα, ενώ στην είσοδο του κτηρίου τοποθέτησε ένα μπρούτζινο «θυρεό» με τα αρχικά του, Α και Κ, σε σύμπλεγμα με μια άγκυρα και από κάτω την επιγραφή «laboramus», δηλαδή «να εργαζόμαστε».

Η μεγάλη αρχιτεκτονική αξία του κτηρίου αναγνωρίστηκε και από τις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες. Με την απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ το 1997 το κτίσμα και ο περιβάλλον χώρος του χαρακτηρίστηκαν διατηρητέα, ενώ στη συνέχεια το 2008 το Υπουργείο Πολιτισμού το κήρυξε διατηρητέο μνημείο.

Ένα μοναδικό μουσείο Παιχνιδιών

Σήμερα, μετά την αποκατάσταση και αναστήλωσή του στεγάζει το Μουσείο παιχνιδιών που βασίζεται στη συλλογή της Μαρίας Αργυριάδη. Η Μαρία Αργυριάδη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

Άρχισε να συλλέγει κούκλες και παιχνίδια από το 1970. Χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια στην προθήκη του Μουσείου Παιχνιδιών που επέλεξε να συγκεντρώσει τα παιχνίδια που είχε όταν ήταν παιδί:


«Σημαντική στιγμή ήταν για μένα, όταν γύρω στο 1970, ξημερώματα Σαββάτου προς Κυριακή στις 3 η ώρα με το λιγοστό φως του φεγγαριού και έναν φακό πρωτοείδα μια μικρή αρκούδα. Την αγόρασα από τον γυρολόγο και την πήρα στα χέρια μου. Ήταν μια μικρή, κίτρινη αρκούδα μαδημένη, ταλαιπωρημένη, κομμένη με ψαλίδι σε μία μεριά απ’ όπου ξεπεταγόταν το άχυρο. Το ένα της πόδι κρεμόταν έτοιμο να κοπεί και της έλειπε το ένα μάτι. Καθώς την κοιτούσα θυμήθηκα τη δική μου αρκούδα και αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν κάποιοι να τις πετάνε κάποια στιγμή αφρόντιστες στα σκουπίδια. Την κράτησα και από τότε ξεκίνησα να μαζεύω παλιά παιχνίδια». Η συλλογή της Αργυριάδη συγκαταλέγεται στις δέκα καλύτερες της Ευρώπης.

Οι ενότητες του μουσείου, ένας μαγικός κόσμος

Αφιερωμένο στην παιδική ηλικία, το Μουσείο Παιχνιδιών, έχει ως στόχο τη μελέτη, την προβολή και την παρουσίαση όλων των εκφράσεων και πτυχών του θέματος "Παιδί και Παιχνίδι", ενώ παράλληλα αφηγείται με τρόπο ευρηματικό την καθημερινή ζωή των παιδιών από τον 17ο αιώνα έως τις μέρες μας.

Η συλλογή του αποτελείται από περίπου 20.000 παιχνίδια, βιβλία, έντυπα, ρουχισμό και αντικείμενα της παιδικής ηλικίας, προερχόμενα από τον ελλαδικό χώρο και την ευρύτερη περιφέρεια του Ελληνισμού, καθώς και από την Ευρώπη, την Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Στην έκθεση παρουσιάζονται 3.000 από αυτά.


Η ενότητα της ελληνικής συλλογής περιλαμβάνει βρεφικά και παιδικά αντικείμενα  και άλλα αντικείμενα από τους αρχαίους έως τους νεώτερους χρόνους, όπως χειροποίητα παραδοσιακά παιχνίδια και αντικείμενα του 18ου-20ού αι., λαϊκά πανηγυριώτικα και τα αστικά εμπορικά παιχνίδια του 20ού αι., επιτραπέζια παιχνίδια, καθώς και ομαδικά παιχνίδια δρόμου και παιδικά έθιμα.

Ξεχωριστό σύνολο αποτελούν τα χειροποίητα παιχνίδια, που έφτιαξαν τα μέλη των Κ.Α.Π.Η. (Κέντρων Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων), αναβιώσεις αυτών που έπαιζαν ως παιδιά.

Στην ενότητα της ευρωπαϊκής συλλογής συγκαταλέγονται παιχνίδια αγοριών και κοριτσιών, αστικά και λαϊκά, που χρονολογούνται από τον 18ο έως τον 20ό αι. και προέρχονται κυρίως από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, καθώς και από τις ευρωπαϊκές κούκλες του 19ου και 20ού αι. με φορεσιές από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.





Βιβλία-μελέτες σε ό,τι αφορά  το "Παιδί και το Παιχνίδι", σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες, επιστολικά δελτάρια, στοιχεία για Έλληνες κατασκευαστές παιχνιδιών, 3.000 βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και εκπαίδευσης ή γενικά πληροφοριακά, συμπληρώνουν τη συλλογή και συνθέτουν μια εξειδικευμένη βιβλιοθήκη για κάθε ενδιαφερόμενο.

thetoc.gr
Share on Google Plus

About Χριστινα Καραπετσανη

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου