Οι Ομορφάδες του Δάσους! γράφει η Αλίκη Οικονόμου- Γιωτάκου


Και εξεχύθηκαν εμπρός μου  οι ομορφάδες του δάσους, καθώς, κάτω από τα πανύψηλα φουντωτά ελάτια, ο φιδίσιος ο δρόμος,  o ανηφορικός  και κατηφορικός με οδηγούσε στο xωριό μου.
Εραστής του δάσους ,θαρρούσα πως άκουγα κατάνυξης πνοές,  γλυκές οπτασίες αγάπης
και ονειρευόμουνα αέρινες παρθένες  να με καλούν στο χορό τους να έμπω, όμοια και εγώ με αυτές, ντυμένη με κρίνα και αγριοτριαντάφυλλα και να ακούω τα αηδόνια να γλυκοκελαιδούν  και να με παρασέρνουν σ' αυτή την απέραντη,την  ασύλληπτη ομορφιά!!
Και αυτή η πανώρια θέα του δάσους, με την ποικιλία του βαθιού και του ανοιχτού πράσινου,  με τα κίτρινα λουλούδια στις πλαγιές  και τα μικρά ροζαλιά ανθάκια, σαν χέρι ανθρώπου να τα τοποθέτησε  για να τονίζουν την ομορφιά, γιόμισε την ψυχή μου με αγαλλίαση!
"Ευφραίνου ψυχή μου!" είπα  και το κελάηδημα των πουλιών συνόδεψε τα κουρνιασμένα όνειρά μου.
Και μέσα σ' αυτή την ομορφάδα  ξυπνήσανε μέσα μου ποικίλες ανάμνησες ωραίες, και εφηβικές στιγμές ηδονικές, και άλλες υστερινές ώρες και μέρες γλυκές  μέσα στου δάσους το λυκόφωτο, που έλατο και σφενδάμι μοσκοβολάει και τα πουλιά ασίγαστα τραγουδούν  στις φυλλωσιές των δέντρων χωμένα..
Και σαν τα λόγιασα μέσα στο νου μου όλα αυτά, αυτός  ο ίδιος ο αλανιάρικος νους
με έφερε και πάλι, λες και το έκανε επίτηδες, σε άλλες στιγμές  και ένα κύμα παράξενης λαχτάρας  με πλημμύρισε.
Και μέσα σ' αυτή την αλλόκοτη κατάσταση,  που το κάλλος της φύσης με παράσερνε, και πάλι αυτός ο ασίγαστος, ο αλανιάρικος νους  με ταξίδεψε ...και λόγιασα πως βρέθηκα σε άλλους κόσμους.  Και βρέθηκα σε σένα!
Και είδα τα μάτια σου, αυτά τα μαύρα σου τα μάτια σου, σαν της ελιάς το χρώμα,
και είδα το μαύρο τσουλούφι σου  στο μέτωπο να σε στολίζει και οι αίσθησες όλες ξυπνήσανε τότε!
Και θάρρεψα στα αλήθεια πως ήσουνα και πάλι μπροστά μου, όπως τότε μιαν άλλη φορά στο δάσος , και σαν υπνωμένη χόρεψε η ψυχή μου  πάνω στα φύλλα του αγριοτριαντάφυλλου, και του αγριόχορτου και στις βελόνες του έλατου!
Και μεσ' το μεθύσι αυτό πλανήθηκα και είπα πως ήρθες, πως είσαι εσύ με τα μάτια τα μαύρα, σαν της ελιάς το χρώμα... και τραγούδησα!


Ανάγκη σε έχω!
Μην μ’ αφήσεις στη θύελλα των καιρών
να παλεύω μόνη.
Μην μ’ αφήσεις τώρα μόνη,
σαν  ο πόνος την καρδιά μαραζώνει.
Την αγκάλη σου θέλω!
Τη ζεστή σου ανάσα την κρυάδα
της ψυχής να ζεστάνει.
Σφίξε με πάνω σου!
Τον παλμό του δικού σου κορμιού
να νιώσω θέλω.
 Τη δύναμη της θέλησης σου     
να πάρω θέλω.
Ανάγκη τα έχω!
Μην μ’ αφήσεις μόνη...
Χάιδεψέ με απαλά
και με λόγια τρυφερά γλύκανέ με.
Ανάγκη τα έχω.
Της αυγής το ξημέρωμα δίπλα
μου  νάσαι...
και το βράδυ σαν έρθει να σε νιώθω
 κοντά μου!
Ανάγκη σε έχω.
Η ψυχή σπαρταρά σαν πουλί πληγωμένο
και  το σώμα πονά, λες και είναι καμένο!
Γλύκανέ με εσύ!


Αλίκη Οικονόμου-Γιωτάκου
Συγγραφέας
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.