Το παράπονο της Μάνας ! Της Αλίκης Οικονόμου - Γιωτάκου




Της Αλίκης Οικονόμου-Γιωτάκου
Συγγραφέως- Φιλολόγου

Και ήταν ένας καιρός, μακρύς καιρός, που όλα πήγαιναν καλά και η μάνα ένιωθε τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη.
Μια ταλαιπώρια ολόκληρη η ζωή της, με δουλειές ατελείωτες στο σπίτι και άλλες τόσες και περισσότερες έξω για να τα βγάλει πέρα με όλη την οικογένεια που είχε.
Τα πήγε όμως καλά και τα παιδιά της πρόκοψαν και μορφώθηκαν πολύ, όπως ήταν το μεράκι του πατέρα, που δεν πρόλαβε να τα χαρεί όλα, και βρήκαν και καλές δουλειές και για χρόνια πολλά πήγαιναν όλα πολύ καλά.
Καμάρωνε η μάνα και το πρωί, σαν έβγαινε στην αυλή, κοίταζε πρώτα τον ουρανό και φχαριστούσε το Θεό για την καλή κατάντια που της έδωσε και έπειτα καταπιανόταν με το νοικοκυριό.
Έπιανε ένα μπουμπουκάκι από μια μικρή μαγιάτικη τριανταφυλλιά, το κοίταζε, το καμάρωνε και ύστερα το αφιέρωνε στην Παναγιά, που αντίκριζε απέναντι από το σπίτι της, για να της πει ένα μεγάλο φχαριστώ για όλα τα καλά που της χάρισε.
Mα ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι, όπως λέει και το δημοτικό μας τραγούδι και χρόνοι πονεμένοι και η μάνα εκεί που πήγαινε να ανασάνει και να ξαποστάσει νασου και πάλι βουτηγμένη στον πόνο και στην απελπισία...
Πρωί, πρωί και το μαντάτο ήρθε σα μαύρο κοράκι να της κάνει κατάμαυρη και τη ζωή.
Το ένα από τα παιδιά της χωρίς δουλειά!! Το απόλυσαν, λέει, γιατί άλλαξε η διεύθυνση, γιατί τα χρήματα που βρήκε η καινούρια δεν ήταν τόσα για να μπορεί να πληρώνει όλους τους υπαλλήλους και ο κλήρος έπεσε στο δικό της παιδί.
Το άκουσε η μάνα και γλύτωσε τη λιποθυμία σαν από θάμα.
Σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και παρακάλεσε να είναι ένα ψέμα το νέο αυτό,
Σήκωσε τα χέρια της προς τον ουρανό και καταράστηκε, η μάνα αυτή που ποτέ ως τώρα δεν είχε βογκήξει με όσα κακά και αν τη βρήκαν και καταράστηκε όλους αυτούς που έφεραν το παιδί της και τα παιδιά των άλλων μανάδων στην κατάσταση αυτή.
Καταραμένοι να είστε όλοι σας που σκορπάτε τον πόνο, χωρίς να μπορείτε να καταλάβετε τι και πόσες πληγές ανοίγετε σε όλους.
Καταραμένοι, γιατί σκορπάτε το χρήμα εδώ και εκεί και όπου σας βολεύει και αφήνετε τα νέα παιδιά, τα καμάρια μας να λιώνουν μέσα στη φρίκη και στην απελπισία.
Σταύρωσε η μάνα τα χέρια της και έπεσε καταγής, σαν να ήθελε να γίνει ένα με το χώμα, να χαθεί, να μην βλέπει τη δυστυχία που ερχόταν με ταχύ ρυθμό στο σπίτι της.
Και τώρα πώς τα βολεύει; Τι να κάνει η δόλια αυτή με την ελάχιστη σύνταξη που παίρνει; Ποιον να πρωτοβοηθήσει;
Αλήτες! φώναξε και η φωνή της τάραξε τον τόπο!
Αλήτες! ξαναφώναξε και νόμισε πως χάθηκε το φως από μπροστά της.
Η απελπισία καμαρωτή, καμαρωτή ερχόταν προς το μέρος της. Έκανε μια κίνηση για να την εμποδίσει! Γέλασε με τον εαυτό της και κείνη.
Ποιον να εμποδίσει; Τη σκιά;
Κοίταξε προς την Παναγιά και έκλαψε. Έκλαψε μπροστά στη μάνα Παναγιά και παρακάλεσε... «Κάνε Παναγιά μου το θάμα σου να βρει το παιδί μου μιαν άλλη δουλειά κι’ εγώ τρανή λαμπάδα θα σου φέρω στη γιορτή σου!»
Γέμισαν τα μάτια της από δάκρια.
Ε! Και ποιος την είδε; Ποιος την άκουσε; Τα μάτια τους και τα αυτιά τους ήταν στραμμένα μόνο κατά τη δική τους μεριά. Αυτοί τι κερδίζουν! Αυτοί πόσα βάζουν κρυφά και φανερά στις τσέπες τους!
Από την τηλεόραση ακουγόντουσαν οι φωνές των αχρείων που μάλωναν για το ποιος θα φάει τα περισσότερα, για το ποιος θα πάει στην Ευρωβουλή για να τσεπώνει 20 χιλιάδες περίπου ευρώ το μήνα, τόσα όσα εδώ παίρνει ένας επιστήμονας για ενάμισυ χρόνο που εργάζεται σε κάποιο υπουργείο.
Δε βαριέσαι! Ποια είναι η διαφορά; 20 χιλιάδες ευρώ περίπου το μήνα για τους χαραμοφάηδες!
20 χιλιάδες ευρώ για τον ενάμισυ χρόνο για τα παιδιά που παλεύουν χωρίς αντίκρισμα.
Τι το σπουδαίο; Πόση είναι η διαφορά; Μήπως και τη μέτρησαν;
Μπήκε φουριόζα η μάνα μέσα, έφτυσε προς την τηλεόραση και της έδωσε μια κλωτσιά, έτσι για να βγάλει το άχτι της.
Το δικό της παιδί από τώρα και πέρα μπαίνει στο χορό των απελπισμένων, των απατημένων, των ξεχασμένων από τους κυβερνήτες.
Μπαίνει στο χορό αυτών που δεν θα μπορούν να γελάσουν, να χαρούν, να φτιάξουν οικογένεια, αυτών που δεν θα έχουν δικαίωμα στη ζωή, στη χαρά, στην ελπίδα, αυτών που θα κλειστούν στον εαυτό τους και θα μαραζώσουν σαν τα κομμένα λουλούδια, αυτών που θα πέσουν στη μελαγχολία και στην κατάθλιψη και να! με τη χούφτα τα αντικαταθλιπτικά, αν μπορούν και αυτά να τα αγοράσουν!
Και οι κυβερνώντες; Σκασίλα τους!
Τα δικά τους παιδιά είναι όλα καλοβολεμένα και αυτοί που μπήκαν φτωχοί στην πολιτική με ένα και μόνο σπιτάκι και όχι σπίτι μεγάλο, τώρα έχουν 25 και 30 και δεν ντρέπονται και που τα λένε.
Μα ποιος τους ελέγχει; Όλοι μαζί τα φάγαμε, είπε κάποιος και είχε δίκιο. Όλοι μαζί τα έφαγαν και κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει..
Παιδάκι μου!! φώναξε η μάνα και άρχισε να χτυπά τα στήθη της.
Παιδάκι μου!! ξαναείπε και φούντωσε μέσα της ο θυμός και ο πόνος. Φτερούγισε από τη λύπη η καρδιά της σαν να ήταν έτοιμη να πετάξει προς τα έξω.
Κοίταξε γύρω, γύρω και τα είδε όλα μαύρα. Πουθενά φως, πουθενά αχτίδα ελπίδας!
Ένας ολόκληρος κόσμος, που πριν ανάδινε ήχους και μύρα και χρώματα, τώρα στοίβαξε μέσα της το βαρύ φορτίο του πόνου.
Τα αηδόνια που κελαηδούσαν στις φυλλωσιές, τις ηλιαχτίδες, τα χελιδόνια, τίποτε δεν της έλεγαν.
Ρυτίδωσε η καρδιά της, ρυτίδωσε το πρόσωπό της, ρυτίδωσε η φύση ολόκληρη.
Σήκωσε ξανά τα μάτια της στον ουρανό και ξανακαταράστηκε αυτούς που μαύρισαν τη ζωή τόσων ανθρώπων, τη ζωή του παιδιού της, τη ζωή τη δική της, τη ζωή όλων των μανάδων, των παιδιών που πονούν!
Για μια ακόμα φορά καταράστηκε και η φωνή της έσκισε τον αέρα από πέρα ως πέρα...
Καταραμένοι να είστε! Καταραμένοι!!!
Μα δεν βαριέσαι! Ποιος την άκουσε; Ποιος σκέφτηκε την κυρτωμένη από τον πόνο πλάτη της;,
Ποιος την ψυχή της που μαύρισε από το φαρμάκι, που κουταλιά, κουταλιά το έπινε μέρα και νύχτα;
Κανείς! Κανείς δεν ήταν κοντά της στη φτωχογειτονιά για να αφουγκραστεί τον πόνο της. Όλοι ήταν κλεισμένοι στα πολυτελή τους γραφεία, από εμάς πληρωμένα για να γίνουν ωραία ή στις επαύλεις των βορείων ή Νοτίων προαστίων που με τα κλεμμένα από εμάς και πάλι λεφτά έφτιαξαν.
Όμως ας μην ξεχνούμε! Η αδικία δεν συγχωρείται, η κλοπή δεν συγχωρείται και στο τέλος υπάρχει και Θεός τιμωρός. Έτσι να τα ξεφύγουν όλα αυτά δεν γίνεται.
Σήκωσε και πάλι τα μάτια της, τα πρησμένα από το κλάμα η μάνα και είπε με σπασμένη τη φωνή της..”’Ας σας τιμωρήσει ο ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΔΙΚΙΕΣ ! Δικό του έργο είναι””!
Ο ήλιος φώτισε για λίγο και ένα συννεφάκι ξετρύπωσε στον ουρανό για να κάνει και αυτό τα παιχνίδια του.
Το είδε η μάνα και χαμογέλασε λίγο. Ήταν και αυτό κάτι!!!!!

Δημοσιεύτηκε 1st October 2014 από τον χρήστη Kentri Meli
Φωτογραφία της Αλίκη Οικονόμου-Γιωτάκου.
Share on Google Plus

About Μαρία Χριστοδούλου

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.