Λίνα Βαλετοπούλου: "Μισή όρθια μισή χαλάσματα"

Η Λίνα Βαλετοπουλου πάντα είχε αδυναμία στις αληθινές ιστορίες, οι ιστορίες ανθρώπων, που είχαν ζήσει µια ζωή γεµάτη  και που τα διηγιόντουσαν µ’ ένα δάκρυ στα μάτια τους, ενώ μέσα τους φώλιαζε η κρυφή ελπίδα να µην τα παρασύρει ο χρόνος και λησμονηθουν.
Η ιστορία της Ανθούλας,που άγγιξε την ψυχή μου , είναι ένας υπέροχος μονόλογος στα χαλάσματα...Πρόκειται για μια ιστορία, με έντονες κοινωνικές αναφορές, στο οποίο η συγγραφέας επιχειρεί «βουτιά» στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, αναλύοντας τους ενδογενείς αλλά και εξωγενείς παράγοντες που την επηρεάζουν βαθιά.
Άλλωστε, η καταγραφή συναισθημάτων, ήταν πάντα για εκείνη ένας τρόπος να αδειάζει την ψυχή της, γι’ αυτό και η συγγραφή ικανοποιεί την βαθύτερη ανάγκη της να εκφράσει τα συναισθήµατά της, να µοιράζεται τις σκέψεις της, να εκτονώνει την θλίψη της και να αναζητά τις αλήθειες της.


Τι κρατάς από τα παιδικά σου χρόνια στο Βόλο;

Κρατάω το άρωμα της πασχαλιάς, τις νερατζιές στα πεζοδρόμια, το βαθύ μπλε του Παγασητικού κι απέναντι τα Πευκάκια, τα καλοκαίρια στο Πήλιο, τις βόλτες στην παραλία, τους πρώτους καφέδες στο Gala, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο, τις εξόδους για σινεμά και ντίσκο. Τα χρόνια που έζησα στο Βόλο είχαν την ξενοιασιά ενός παιδιού  που σεβόταν τις υποχρεώσεις του αλλά και περνούσε τον ελεύθερό του χρόνο σε ένα περιβάλλον ιδανικό σε σχέση και με την αθωότητα της εποχής εκείνης.

Πότε μπήκε μέσα σου το μικρόβιο της συγγραφής;

Έχω ζήσει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, δημιούργησα οικογένεια, ταξίδεψα αρκετά και αποκόμισα εμπειρίες. Ήρθε λοιπόν κάποια στιγμή, κοντά στα σαράντα, που σαν να συσσωρεύτηκε υλικό, ένιωσα ότι θέλω να γράψω, το τόλμησα και με την καθοδήγηση σπουδαίων ανθρώπων του χώρου της συγγραφής κατάφερα να το εξελίξω και ήδη έχει εκφραστεί λογοτεχνικά παίρνοντας τον δρόμο της έκδοσης από τις σπουδαίες εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Πριν ασχοληθείς με τη συγγραφή πέρασες και από την εκπαίδευση.
Η εκπαίδευση είναι ένα άλλο μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Δίδαξα μουσική σε παιδιά ωδείων, σε παιδιά εργαζομένων που παρείχε τη δυνατότητα ο τότε Οργανισμός Εργατικής Εστίας και στη συνέχεια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στα περισσότερα δημοτικά σχολεία της Λάρισας για μία εικοσιπενταετία. Θα θυμάμαι πάντα αυτά τα χρόνια για την αγάπη των παιδιών και την όμορφη κι ευγενική έκφρασή τους μέσα από τη μουσική, τις συναυλίες μας και τις σχολικές γιορτές που συμμετείχαν με ζήλο.

«Μισή όρθια, μισή χαλάσματα». Ένα βιβλίο με γραφή άλλης εποχής. Γράφεις πολύ ιδιαίτερα Λίνα. Πες μας ποιο ήταν το ερέθισμα για να γράψεις το βιβλίο σου;

Το ερέθισμα ήταν η διπλωματική μου εργασία πάνω στο Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή. Η αναβίωση μιας γυναικείας φωνής, όπως της Νίνας ή της Εκάβης και μάλιστα εποχής, με συγκεκριμένες προδιαγραφές χώρου, μόρφωσης, νοοτροπίας. Ανέτρεξα λοιπόν στην παιδική μου ηλικία και έφερα στην επιφάνεια πρόσωπα, μνήμες, μέρη, διηγήσεις και ιστορικά στοιχεία. Ο σεισμός ως βασικό στοιχείο της πλοκής έγινε αντικείμενο έρευνας από την πλευρά μου κι ότι γράφεται στο βιβλίο έχει υπόσταση. Η γραφή τώρα είναι ιδιαίτερη γιατί ιδιαίτερη είναι κι η ηρωίδα ως μοδίστρα, ελάχιστα μορφωμένη, με επαρχιώτικη νοοτροπία και κουλτούρα και με κοινωνικές και υπαρξιακές αναστολές. Έπρεπε λοιπόν να «ακούγεται» ως τέτοια εφόσον απευθύνεται η ίδια στον αναγνώστη και το ύφος της γλώσσας το έχω κατασκευάσει ανάλογα για να βγάζει αληθοφάνεια.

Είναι το δεύτερο βιβλίο σου, θα ήθελες να μας πεις τους τίτλους των βιβλίων σου και λίγα λόγια για το καθένα;

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια συλλογή δεκαεννέα διηγημάτων με τίτλο «Ζωές σε αναδίπλωση» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (2014). Περιέχει αυτοτελείς ιστορίες κάθε άλλο παρά καθημερινές, με ήρωες που ζουν αυτό που είναι να ζήσουν και λίγο ενδιαφέρονται ή μπορούν να το αλλάξουν. Οι φιγούρες αυτές στρέφονται στιγμιαία προς τον εαυτό τους και ξαναζούν το παρελθόν ή αντιμετωπίζουν το παρόν με κάποιον στοχασμό. Μία καλλιτέχνης μετά από ένα ραντεβού βρίσκεται στο κρατητήριο. Η μητέρα του Άγγελου καταλήγει πως ένα συγκεκριμένο κραγιόν έχει πολύ σταθερό χρώμα. Ο Λάκης είναι έτοιμος να πετάξει ενώ το αεροπλάνο απογειώνεται πάνω απ' το κεφάλι του. Μία νοικοκυρά καταρρέει στο τέλος της ημέρας, μα ρίχνει το φταίξιμο σ' ένα αθώο φαγητό. Ο Θέμης, αλλεργικός στη σοκολάτα, παθαίνει κρίση όταν συναντά τον Ρασίντ. Ένας νεαρός άντρας ταΐζει κλαίγοντας το σκύλο του, κομμάτια μπανάνας. Δύο μικρά παιδιά ανακαλύπτουν ότι έχουν για παππού ένα παλτό. Ένας οικογενειάρχης μπαίνει στη φυλακή για λόγους κοινωνικής καταξίωσης. Ο Πυθαγόρας, ένας αστυνομικός και μια χορεύτρια μπλέκουν σε μια παράξενη περιπέτεια. Ο Κόντος και η αυταρχική Κόνταινα, κλείνουν στο υποστατικό τους τα μυστικά της συνοικίας "Τα Εφτά Πλατάνια"...
Το δεύτερο βιβλίο μου είναι μυθιστόρημα με τίτλο «Μισή όρθια μισή χαλάσματα» επίσης από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (2018). H μοδίστρα Ανθούλα, εγκλωβισμένη στα χαλάσματα του σπιτιού της ύστερα από έναν ισχυρό σεισμό, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ευθύνες και τα λάθη της από την εποχή της γνωριμίας της με τον Στράτο, τον άντρα της, μέχρι και σήμερα. Αλλά ακόμη και όταν ο χρόνος μετράει αντίστροφα για την ίδια, αρνείται να εγκα¬ταλείψει τις παλιομοδίτικες ιδέες της και παγιδευμένη στο μισογκρεμισμένο σπίτι θυμάται τα χαλάσματα της ζωή της. Το «Μισή όρθια μισή χαλάσματα» είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας, περιορισμένης στην κλειστή κοινωνία μιας μικρής πόλης, στο ατελιέ ραπτικής του σπιτιού της, που κουβαλάει τα σύνδρομα της μικροαστικής κουλτούρας και αποδέχεται τη μοίρα της με στωικότητα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να αναλογιστεί τι ήταν αυτό που οδήγησε την Ανθούλα στο περιθώριο και στην ήττα και να ανακαλύψει αν θα μπορέσει τελικά να βγει από τα χαλάσματα όρθια, συνειδητοποιώντας πράγματα και αλλάζοντας στάση ζωής.

Το βιβλίο σου είναι ένας τέλειος θεατρικός μονόλογος θα ήθελες να το δεις στο θέατρο;

Ευχαριστώ για την ερώτηση αυτή. Δεν σου κρύβω ότι όνειρό μου είναι να δω την Ανθούλα με σάρκα και οστά να απευθύνει τον μονόλογό της στο θεατρικό κοινό... Νομίζω ότι αποτελεί πρόσκληση για τους ανθρώπους του θεάτρου να αποδώσουν τη σκηνή του εγκλωβισμού της όσο και τα κομμάτια εκείνα που διηγείται τα παθήματα της ζωής της. Πάντως οι περισσότεροι που διάβασαν το βιβλίο συμφωνούν ότι μπορεί να γίνει ένα ενδιαφέρον θεατρικό κι ελπίζω να το υλοποιήσει κάποιος σύντομα. Θα το παρακολουθήσω εννοείται με τρομερή συγκίνηση.

Θα ήθελες να γράψεις για παιδιά;

Το να γράψω για παιδιά είναι κάτι που με φοβίζει. Αισθάνομαι ότι είναι μεγάλη ευθύνη να απευθυνθώ σε μια τόσο ευαίσθητη και τρυφερή ηλικία, αλλά αυτή τη στιγμή προτεραιότητά μου είναι να πω κάποια πράγματα που αφορούν ενήλικες. Πάντως αν το κάνω κάποτε θα φροντίσω να ακολουθήσω συγκεκριμένη μέθοδο και τεχνική γραφής που να ενδείκνυται για τις παιδικές ψυχές, χωρίς διδακτισμό και με στόχο την προώθηση μηνυμάτων που αφορούν στα προβλήματα των παιδιών της σύγχρονης εποχής.

Στο βιβλίο σου παντρεύεις την Ελλάδα του τότε με σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Πιστεύεις ότι πάντα τα προβλήματα είναι τα ίδια;

Η Ανθούλα, ακολουθώντας τη μοίρα των γυναικών της Μεταπολεμικής Ελλάδας και της επαρχιώτικης καταγωγής της, δεν ανατρέπει τις παγιωμένες, στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους ρόλους των δύο φύλων. Αντίθετα υπομένει την ταπείνωση και τον ευτελισμό από τον σύζυγό της και μόνο όταν μένει χήρα αποφασίζει να βγάλει στην επιφάνεια το αρσενικό στοιχείο που ενυπάρχει μέσα της. Αν και σήμερα έχουν γίνει βήματα για τη χειραφέτηση της γυναίκας, στην επαρχία ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν τα στερεότυπα και λίγο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Η γυναίκα  ναι μεν εργάζεται και φεύγει από το σπίτι παράλληλα όμως επωμίζεται και τις δουλειές του σπιτιού αλλά και την ανατροφή των παιδιών. Ένα άλλο κοινωνικό ζήτημα είναι το θέμα του γάμου και των σχέσεων των δύο φύλων. Κι εδώ επικρατούν ακόμη και σήμερα απαρχαιωμένες τακτικές κι αντιλήψεις (προίκα, θρησκευτικός γάμος, κλπ) ευτυχώς βέβαια στα μικρότερα αστικά κέντρα. Τέλος οι σχέσεις γυναικών και κυρίως η φιλία τους δοκιμάζεται ανέκαθεν με επίκεντρο το άλλο φύλο, σε έναν αγώνα του ποια θα επικρατήσει ως ικανότερη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ειλικρινή αισθήματα μεταξύ τους.

Είσαι παιδί της εποχής σου;

Είμαι μία ενήλικας της εποχής μου, έχοντας παραμείνει παιδί εσωτερικά. Προσαρμόζομαι ανάλογα το περιβάλλον και ακολουθώ την τεχνολογία και τα επιτεύγματα των νεότερων ανθρώπων με θαυμασμό. Άλλωστε έχω τρία παιδιά που με αναγκάζουν να παρακολουθώ τον δικό τους τρόπο ζωής, με τις γρήγορες ταχύτητές του. Αισθάνομαι κομμάτι  του σήμερα και δεν αντιμετωπίζω δυσκολία, αντίθετα θεωρώ ότι η απλούστευση των πραγμάτων με τα κινητά, το ίντερνετ και τους υπολογιστές μας πάει ένα βήμα πιο πέρα.

Όταν γύρω σου συμβαίνουν γεγονότα που σε μαυρίζουν, πώς καταφέρνεις να γράφεις;

Το να γράφει κάποιος είναι μια ικανότητα, ένα ταλέντο ανεξαρτήτως των συνθηκών γύρω του. Όταν ωστόσο συμβαίνουν γύρω μου θλιβερά γεγονότα και με κατακλύζουν άσχημα συναισθήματα, πέφτω σε μία εσωτερική διεργασία και μετά προσπαθώ να μετουσιώσω αυτή τη θλίψη, την οργή ή τον θυμό σε λογοτεχνικό έργο. Οι δυσάρεστες καταστάσεις μπορούν να απαλυνθούν και με τη συγγραφική πένα που μπορεί και ανοίγει ένα παράθυρο στο φως, δίνει την ιδέα της λύτρωσης στον αναγνώστη.

Θα ήθελα να μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και γιατί είναι στην κορυφή της λίστας σου.
Στην κορυφή της λίστας μου βρίσκεται «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, καθαρά μοντερνιστικό και πρωτοποριακό, με κυκλική δομή, που με δυσκόλεψε αρκετά στην ανάγνωσή του, όταν όμως το ολοκλήρωσα ένιωσα το μεγαλείο της δομής του που ο Αλεξάνδρου κατασκεύασε με πειθαρχία, όπως άλλωστε οφείλει να κάνει ο συγγραφέας που θέλει να δημιουργήσει ένα άρτιο λογοτεχνικό έργο.

Ας κλείσουμε με ένα απόσπασμα από το βιβλίο σου.

[...]Πρώτα ακούστηκε μια βουή, λες και πλησίαζε κοπάδι. Μετά ο αέρας χίμηξε στα σοκάκια κι έγινε κουρνιαχτός που ζύγωσε τ’ ανοιχτά παράθυρα. Οι γειτόνισσες έτρεξαν να προλάβουν να τον κλείσουν έξω, μην τους μαγαρίσει τη λάτρα. Το φως στον ουρανό δυνάμωσε και μέσα στη θολούρα της σκόνης έμειναν τα σπίτια σαν σκιάχτρα. Ύστερα πήγαν κι ήρθαν, σαν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η βουή έγινε κρότος δυνατός και φασαρία από ντουβάρια να πέφτουν, γυναίκες και παιδιά τσίριζαν και τα σκυλιά γαύγιζαν δαιμονισμένα. Άξαφνα όλα αυτά σώπασαν. Απόμεινε μόνο η ηχώ από ένα αλύχτισμα σκυλιού, ίδιο με κλάμα.
Η κουρτίνα έπεσε μαζί με το κουρτινόξυλο κι εκεί που ήταν το παράθυρο, ο τοίχος γκρεμίστηκε. Τίναξα από πάνω μου τους σοβάδες και βγήκα από κείνο το γκρέμισμα έξω, στο δρόμο. Η Καρασάββαινα δεν ήταν στο περβάζι, δεν υπήρχε παράθυρο, ούτε σπίτι. Μόνο ένας σωρός πέτρες και δοκάρια. Σε κάθε στροφή οι γωνίες ήταν γκρεμισμένες κι αυτές. Αντίκρισα το σπίτι της ζωντοχήρας. Μισό όρθιο, μισό χαλάσματα.
«Στράτο!», φώναξα με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια μου. Η σκόνη, που έπεφτε απ’ τον ουρανό, μου ’φερε βήχα. Κάλυψα με το μαντήλι το πρόσωπο και πατώντας πάνω στα χαλασμένα ντουβάρια πλησίασα το ερείπιο.
«Στράτο!», ξαναφώναξα. Καμιά απόκριση. Ούτε η ζωντοχήρα, ούτε τα παιδιά της.
Ο δρόμος γέμισε μοιρολόγια. Κάποιοι αλαφιασμένοι, πάλευαν με νύχια και με δόντια να γλιτώσουν δικούς τους ανθρώπους, ζώα, περιουσίες. Ο λίβας έκαιγε τον τόπο και μαζί του κι οι φωτιές απ’ τα Πετρογκάζ που έσκασαν κάτω απ’ τα πεσμένα ταβάνια. Κάθισα μπροστά στα ερείπια της ζωντοχήρας, κι έκλαψα για το κακό που με βρήκε. Ο ουρανός, παράξενο πράγμα, στολίστηκε με ξαστεριά.
Η γη κοσκίνιζε τα χαλάσματα, μα δεν μ’ ένοιαζε. «Στράτο!», φώναζα ξανά και ξανά χωρίς να παίρνω απάντηση. Οι γείτονες δοκίμασαν να τραβήξουν κι εμένα απ’ τα γκρεμίσματα. Δεν τους άφησα. Περίμενα για ώρα και στο τέλος τους είδα. Μπροστά ο Στράτος και η ζωντοχήρα, πίσω τους τα δυο κορίτσια. Πριν προλάβω να τους φωνάξω πέταξαν στον αέρα και χάθηκαν ανάμεσα στ’ άστρα.
Οι σεισμοί στα όνειρα είναι χειρότεροι. Μου ήρθαν τα πάνω κάτω. Φοβήθηκα ότι έχασα τον άντρα μου για πάντα. Με ξύπνησε το τρίξιμο του κρεβατιού απ’ την άλλη μεριά. Ο Στράτος είχε γυρίσει ως συνήθως περασμένα μεσάνυχτα. Η καρδιά μου ακουγόταν μα κράτησα ως και την αναπνοή μου μην καταλάβει πως είμαι ξύπνια. Εκείνος έβγαλε τα παπούτσια, κι άπλωσε τα ρούχα στην πολυθρόνα. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο κι έκλεισε την πόρτα. Έκανε κάμποση ώρα κι εγώ βρήκα την ευκαιρία ν’ ανασάνω και να πιω λίγο νερό.
Έβγαλα το φουστάνι κι έριξα μια νυχτικιά πάνω μου. Έγειρα έπειτα στη μεριά μου κάνοντας ότι κοιμάμαι. Ορκίστηκα να μην πω λέξη. Τουλάχιστον όχι εκείνη την στιγμή. Βγήκε απ’ το μπάνιο και πέρασε απ’ την κουζίνα. Ξεδίπλωσε το χαρτί, έφαγε την πίτα της μάνας μου και γύρισε στο δωμάτιο. Έπεσε στο κρεβάτι και σε δευτερόλεπτα ξεκίνησε ένα ροχαλητό, σαν γουρούνι. Άλλαξε πλευρό κι απλώθηκε κατά πάνω μου. Μαζεύτηκα όσο μπορούσα στην άκρη. Είχε βαθύ ύπνο. Με τα μάτια κλειστά ήταν καλύτερος, γιατί έτσι έκρυβε τις πομπές του. Στράφι πήγε η ζωή μου με τον Στράτο, μα σταυροκοπήθηκα γι’ αυτόν τότε, κάτω απ’ το σεντόνι.[...]

Μισή όρθια μισή χαλάσματα, Λίνα Βαλετοπούλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018

Βασιλική Ευαγγέλου- Παπαθανασίου

Share on Google Plus

About femalevoice

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.